Δράση. Περιβάλλον Παιδεία Πολιτισμός
Δράση
 

O πολιτικός, ο εσμός, η πρόκληση και η αλήθεια

Αναρτήθηκε 29/11/2011
Του/Της Νίκου Αλιβιζάτου

Στέφανος Μάνος, Αντιστρουθοκαμηλικά, έκδ. «Καθημερινή», Αθήνα 2010, σελ. 124
 
Το βιβλίο του Στέφανου Μάνου περιλαμβάνει 29 κείμενά του –ομιλίες και προπαντός άρθρα– δημοσιευμένα στην Καθημερινή, την Εστία και άλλα έντυπα, από το 1993 ως πέρσι. Καλύπτουν δηλαδή τις δύο σχεδόν δεκαετίες που μεσολαβούν από την τελευταία υπουργική του θητεία (στην κυβέρνηση Μητσοτάκη) ως τις μέρες μας. Μια περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας –όπως ο ίδιος σημειώνει στον πρόλογό του– «με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, παρέμειν[ε] στην αντιπολίτευση».

Το ίδιο διάστημα, ο Στέφανος Μάνος διεκδίκησε ανεπιτυχώς δύο φορές την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας (1993 και 1997) –από την οποία τελικά τον διέγραψε ο Κώστας Καραμανλής το 1998–, ίδρυσε τους «Φιλελεύθερους» (1999) και, πιο πρόσφατα, τη «Δράση» (2009), που όμως δεν δικαίωσαν τις προσδοκίες του. Αυτό πάντως που κυρίως του προσάπτουν οι παλαιοί φίλοι του είναι ότι, στο ενδιάμεσο, το 2004, εξελέγη βουλευτής Επικρατείας με το ΠΑΣΟΚ (μαζί με τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο) και βρέθηκε έτσι στο αντίπαλο στρατόπεδο από εκείνο στο οποίο είχε πορευτεί έως τότε.
Όσο μαιανδρώδης υπήρξε η πολιτική διαδρομή του Στέφανου Μάνου τις δύο αυτές δεκαετίες, τόσο σταθερές ήταν οι απόψεις που υποστήριξε για την Ελλάδα και το μέλλον της: κεντρικότερη από αυτές, η ανάγκη να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα. Όπως έχει επισημάνει εδώ και χρόνια, το κράτος στην Ελλάδα ξοδεύει κάθε μέρα 60 περίπου εκατομμύρια ευρώ περισσότερα από όσα εισπράττει. Αυτό θα μπορούσε ίσως να γίνει ανεκτό για 1-2 χρόνια, αν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Αν όμως επαναλαμβάνεται επί 10, 15 ή και 20 χρόνια, τότε η καταστροφή είναι αναπόφευκτη.

 

Ο Στέφανος Μάνος με τους γιούς του Κωνσταντίνο (αριστερά) και Φίλιππο (δεξιά) το 1985.


Το δημοσιονομικό έλλειμμα, κατά τον Μάνο, θα μειωθεί όχι με αύξηση των φόρων, αλλά με περιορισμό των δαπανών του Δημοσίου. Sine qua non προϋπόθεση γι’ αυτό είναι «να μάθουμε να μετράμε». Σε χρόνο πολιτικά «ανύποπτο», το 1997, στην αρχή της πρώτης τετραετίας Σημίτη, έγραφε:
 
«Η ανάγκη περιορισμού της δαπάνης, της σπατάλης και της κλοπής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν θα γίνει με ευχές, αλλά με συγκεκριμένα μέτρα. Πρώτο μέτρο […] είναι να αρχίσουμε να μετράμε. Πουθενά σήμερα δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία» (20.7.1997).
Όσο για την απογραφή που διεξήγαγε ο Γ. Αλογοσκούφης, το 2004-5 –προς την οποία ο ίδιος δεν ήταν καταρχήν αντίθετος– εύλογα διερωτάτο, τρία χρόνια αργότερα:
 
«Τι απεγράφη όμως; Το ΑΕΠ; Η κατάσταση στις ΔΕΚΟ, στα ταμεία, τα νοσοκομεία; Η αξιοπιστία του συστήματος προμηθειών στο Υπουργείο Άμυνας; Οι πραγματικές ώρες εργασίας των εκπαιδευτικών; Η έκταση της φοροδιαφυγής; Τίποτε δεν ψάχτηκε. Τίποτε δεν έγινε γνωστό» (18.1.2009).
 
Για να προσθέσει, αμέσως μετά, το ακόλουθο δηλητηριώδες σχόλιο για τον Κώστα Καραμανλή, τότε πρωθυπουργό:
 
«Ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του δεν μετρούν τίποτε. Με εξαίρεση τις μετρήσεις της κοινής γνώμης» (29.3.2009).
 
Αν σκεφθεί κανείς ότι έπρεπε να έρθει η «τρόικα» στην Αθήνα για να μετρήσει για πρώτη φορά το ελληνικό κράτος πόσους ακριβώς λειτουργούς και υπαλλήλους αμείβει αμέσως ή εμμέσως (δηλαδή μέσω των δημόσιων νομικών προσώπων), θα αντιληφθεί ότι οι επισημάνσεις αυτές ήταν προφητικές και οι αντίστοιχες εκκλήσεις καίριες.
Δεν χρειάζεται βέβαια να έχει προσχωρήσει κανείς στις απόψεις του Ρ. Ρίγκαν ή της Μ. Θάτσερ για να υποστηρίξει παρόμοιες απόψεις. Είναι ζήτημα ρεαλισμού και προπάντων κοινού νου. Ο σημαντικός απολογισμός της θητείας του Στ. Μάνου στο Υπουργείο Δημόσιων Έργων, όπου έθεσε τις βάσεις του χωροταξικού και του πολεοδομικού μας δικαίου (1977-1980), και στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (1992-93), όπου θεμελίωσε όλα τα μεγάλα έργα της επόμενης δεκαετίας, δείχνει ότι οι αλλαγές είναι εφικτές ήδη από σήμερα. Αρκεί να υπάρχει σχέδιο, φαντασία και συνέπεια, και οι ασχολούμενοι με τα δημόσια πράγματα να μη λογαριάζουν τόσο πολύ το πολιτικό κόστος.
Στο βιβλίο του, ο Στέφανος Μάνος παραθέτει μια σειρά επιτευγμάτων της βραχύτατης τελευταίας υπουργίας του (μόλις 18μηνης) στο τότε Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, όπως η εισαγωγή της κινητής τηλεφωνίας, η αυτοχρηματοδότηση των μεγάλων έργων (αεροδρόμιο των Σπάτων, Αττική Οδός, γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου) και το σπάσιμο των μονοπωλίων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ, αλλαγές που τη σκοπιμότητά τους κανείς πλέον σήμερα δεν αμφισβητεί. Δεξαμενή ιδεών, ο Στ. Μάνος έχει τη μοναδική ικανότητα να κάνει τη σωστή διάγνωση, να βρίσκει λύσεις και κυρίως να μεριμνά για την εφαρμογή των μέτρων που κάθε φορά αποφασίζονται (κάτι που, ως γνωστόν, συνήθως λείπει τραγικά στη χώρα μας). Και τούτο με πρακτικό πνεύμα και χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις.
Είναι κρίμα, πάντως, που στο σχολιαζόμενο βιβλίο ο συγγραφέας παραλείπει εντελώς να περιλάβει, έστω ενδεικτικά, κάποιες από τις πολλές παρεμβάσεις του στο πεδίο των δικαιωμάτων του ανθρώπου: είτε πρόκειται για τους μετανάστες και τη μεταχείριση που θα έπρεπε να τους επιφυλάσσεται, είτε για την «υπόθεση των ταυτοτήτων» και τις σχέσεις πολιτείας και εκκλησίας, είτε, τέλος, για τον σεβασμό της ετερότητας, πεδίο στο οποίο η αρθρογραφία του κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας ήταν πλούσια και θα άξιζε να αναδειχθεί. Διότι στο πεδίο της πολιτικής ο Στέφανος Μάνος είναι στη χώρα μας ένας από τους ελάχιστους συνεπείς υποστηρικτές του πολιτικού φιλελευθερισμού.


Ο Στέφανος Μάνος με τη σύζυγο και τα τρία (τότε) από τα πέντε συνολικά παιδιά του (τα δύο ακολούθησαν) έξω από το σπίτι του στην Εκάλη, το 1977. Η φωτογραφία περιλαμβάνεται στο προεκλογικό φυλλάδιο που είχε τυπώσει για τις εκλογές εκείνου του έτους. Διότι, αν και επιτυχημένος επιχειρηματίας, ήθελε, όπως γράφει, να αντιπαρατεθεί από τότε με τον «κρατικίστικο δρόμο» που τραβούσε η χώρα. Ως υφυπουργός Δημοσίων Έργων (1977-1980) όχι μόνο αρνιόταν να κάνει τα ρουσφέτια που του ζητούσαν, αλλά επιδείκνυε, όπως σημειώνει, «αδικαιολόγητη περιφρόνηση» προς όσους του τα ζητούσαν, ενώ έθιξε πολλά συμφέροντα κάνοντας σωστά μεν αλλά (προσωρινώς) αντιδημοφιλή πράγματα. Γι’ αυτό ίσως απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής στις εκλογές του 1981 και του Ιουνίου του 1989. Η «Κενεντικού» τύπου φωτογραφία, τα στίκερς και το σύνθημα («Ποιος είναι ο Στέφανος Μάνος;») στον φάκελο με τον οποίο ταχυδρομούσε το σχετικό υλικό (συμπεριλαμβανομένου και ερωτηματολογίου για το ποια ζητήματα ο εκλογέας/παραλήπτης θεωρούσε σημαντικά) εισήγαγαν στη μεταπολιτευτική Ελλάδα τις σύγχρονες μεθόδους προβολής των υποψηφίων, που έκτοτε βρήκαν, βέβαια, χιλιάδες μιμητές.


 Στο πεδίο της οικονομίας, αν έπρεπε κανείς να δώσει το ιδεολογικό στίγμα του Στέφανου Μάνου, νομίζω ότι θα βρισκόταν πιο κοντά στην πραγματικότητα αν τον χαρακτήριζε ως ρεαλιστή, παρά ως νεοφιλελεύθερο, αν τον κατέτασσε δηλαδή στους οπαδούς των οικονομολόγων της κλασικής σχολής, παρά του Χάγιεκ ή του Φρίντμαν. Διότι γι’ αυτόν η εμμονή στον περιορισμό του κράτους δεν είναι θέμα αρχής ούτε ιδεολογικής «καθαρότητας», αλλά το μόνο πρόσφορο μέσο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου, δηλαδή του περιορισμού της δημόσιας σπατάλης, της εξυγίανσης του κράτους, και του νοικοκυρέματος της οικονομίας γενικότερα. Ως εκ τούτου, η ετικέτα του «νεοφιλελεύθερου», που τόσο εύκολα του έχουν κολλήσει οι θιασώτες των πατερναλισμών κάθε είδους, από δεξιά και αριστερά, δεν είναι κατά τη γνώμη μου ακριβής. Και η απορία όσων τον ξέρουν κάπως καλύτερα είναι γιατί δεν την αρνείται. Γιατί –με χειροπιαστά πλέον τα καταστροφικά αποτελέσματα στα οποία οδήγησε η άνευ όρων απορρύθμιση και η απελευθέρωση των αγορών σε χώρες τόσο διαφορετικές όπως η Ρωσία, οι ΗΠΑ, η Ισλανδία και η Ιρλανδία– δεν αισθάνεται πια σήμερα την ανάγκη να υπερασπισθεί και δεν υπερασπίσθηκε ποτέ ο ίδιος τον εαυτό του;
 
Το ερώτημα αυτό αναδεικνύει ένα άλλο χαρακτηριστικό του κρινόμενου βιβλίου, που παρουσιάζει κατά τη γνώμη μου σχεδόν εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον με τις απόψεις του συγγραφέα. Στον πρόλογο που ο ίδιος έγραψε την άνοιξη του 2010 μιλάει για πρώτη φορά για τον εαυτό του. Ένας φίλος του, όπως γράφει, τον προέτρεψε να το κάνει: «Γράψε κάτι προσωπικό για σένα, έτσι ώστε να μπορέσει ο αναγνώστης να καταλάβει πώς έγινες αυτό που είσαι. Πρέπει επίσης να εξηγήσεις το πείσμα σου […]. Δεν καταλαβαίνεις ότι ο κόσμος απορρίπτει τις ιδέες σου, σε θεωρεί σκληρό, άκαρδο, άκαμπτο;».
Στην αναδρομή που ακολουθεί, ο Μάνος αναφέρεται στους γονείς του και στο τι τους οφείλει, στο Κολλέγιο Αθηνών (άλλο θέμα ταμπού για όποιον ενδιαφέρεται για την ψυχική συγκρότηση των πολιτικών μας ελίτ στην μετά Σημίτη ιδίως εποχή), στις σπουδές του στην Ελβετία (μηχανικός, με ειδίκευση την αεροδυναμική!) και τις ΗΠΑ (ΜΒΑ στο Χάρβαρντ), και στην επαγγελματική ζωή του (προτού γίνει πολιτικός, υπενθυμίζεται, ότι είχε ασχοληθεί επιτυχώς για μια δεκαετία με την οικογενειακή επιχείρηση Αλλατίνη Α.Ε.). Ξεχωρίζω την αναφορά του στην πρώτη υπουργική του θητεία:
 
«Καινούργιος και πολιτικά άπειρος όπως ήμουνα, δεχόμουνα από τους συναδέλφους μου ατέλειωτες πιέσεις για πολεοδομικές ρυθμίσεις που ενδιέφεραν τους ψηφοφόρους τους. Τις αντιμετώπιζα με ψυχρότητα και καμιά φορά με αδικαιολόγητη περιφρόνηση. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς τόσοι άνθρωποι ήθελαν τόσα πολλά σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Ανυποχώρητος, γεμάτος αυτοπεποίθηση για την ορθότητα των επιλογών μου, προχωρούσα σε συγκλονιστικές αλλαγές στο νομοθετικό περιβάλλον της πολεοδομίας. Όταν όμως ανέλαβε ο Γ. Ράλλης πρωθυπουργός μού είπε: “Κύριε Μάνο, η Νέα Δημοκρατία δεν σας αντέχει άλλο σε αυτό το υπουργείο”. […] Πήρα το μάθημα πολιτικού ρεαλισμού του Ράλλη; Όχι. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το καθήκον του πολιτικού είναι να επιδιώκει το γενικό συμφέρον, χωρίς συμβιβασμούς και καθυστερήσεις. Πιστεύω ότι η μη ήπια προσέγγιση ταιριάζει στο χαρακτήρα μας και είναι η μόνη που μπορεί να αλλάξει βαθιά ριζωμένες κακές μας συνήθειες».
 
Για να προσθέσει αμέσως παρακάτω:
 
«Γιατί λέω και ξαναλέω για τόσα χρόνια τα ίδια πράγματα; Γιατί επιμένω όταν είναι φανερό ότι αυτά που λέω δεν γίνονται αποδεκτά; Μα επειδή είμαι βέβαιος ότι έχω δίκιο. […] Έτσι, ακόμα και αν δεν μπορώ να εξηγήσω ικανοποιητικά γιατί επιμένω, θα συνεχίσω να επιμένω. Επιμένω διότι έχω την αταλάντευτη πεποίθηση ότι μπορώ, αν μου δοθεί η ευκαιρία, να αλλάξω την Ελλάδα».
 
Τα αποσπάσματα αυτά, εκτός από τις βασικές ψυχικές ιδιότητες του Στέφανου Μάνου, αποτυπώνουν κατά τη γνώμη μου με ακρίβεια τη βαθύτερη αντίληψή του για την πολιτική: αποστολή και όχι βεβαίως επάγγελμα, η πολιτική γι’ αυτόν προϋποθέτει θυσίες και ολοκληρωτική αφοσίωση στον επιδιωκόμενο σκοπό, χωρίς υποχωρήσεις. Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, με μακρά παράδοση αμφισημίας στην εκφορά του πολιτικού λόγου, αυτό επιβάλλεται, κατά τον Μάνο, και για λόγους παιδαγωγικούς. Διότι μόνον έτσι θα μάθουμε να δουλεύουμε συλλογικά και πειθαρχημένα, βάζοντας στόχους και ιεραρχώντας προτεραιότητες. Η πολιτική, με άλλα λόγια, δεν είναι τέχνη (ή, έστω, δεν είναι πρωτευόντως τέχνη), αλλά καθήκον, η εκπλήρωση του οποίου χαρίζει στον πολιτικό τη μεγαλύτερη ικανοποίηση που θα μπορούσε κανείς να περιμένει: την αναγνώριση των συμπολιτών του.
Διερωτώμαι πόσοι συμμερίζονται τη θυσιαστική αυτή αντίληψη της πολιτικής στη χώρα μας σήμερα. Πολύ φοβούμαι ότι είναι ακόμη λιγότεροι στο τμήμα εκείνο του πολιτικού φάσματος από το οποίο προέρχεται ο Στέφανος Μάνος. Ο ίδιος έχει πλήρη επίγνωση της μοναξιάς του, όπως φαίνεται από το ακόλουθο –βαθύτατα ενδοσκοπικό, εν τέλει!– απόσπασμα άρθρου που δημοσίευσε στην Καθημερινή, την επαύριο των εκλογών του 2007, και που παρέλειψε δυστυχώς να περιλάβει στο σχολιαζόμενο βιβλίο:
 
«Την περασμένη Κυριακή ψήφισαν Νέα Δημοκρατία. Είναι φίλοι μου, ευκατάστατοι, ώριμοι (γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’40), διαβάζουν, τουλάχιστον, τους τίτλους της “Καθημερινής”, πιστεύουν ότι γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις. Το 2004, το 2000, το 1996 και όσο θυμούνται ψήφισαν Νέα Δημοκρατία. Είναι αρετή να μένεις σταθερός, να μην αλλάζεις. Είναι συντηρητικοί. Όταν ακούν την κριτική μου, υπερθεματίζουν, “έλα καημένε, όλα σάπια είναι, το κράτος έχει διαλυθεί, δεν διορθώνεται πια”. Ενθουσιάστηκαν με την προοπτική της κατάργησης του φόρου κληρονομίας στα ακίνητα (που συμπλήρωσε την κατάργηση του φόρου κληρονομίας στις μετοχές της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ). Τα παιδιά τους σπούδασαν σε καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού, η διάλυση ευτυχώς δεν τους άγγιξε. Ψηφίζουν Νέα Δημοκρατία, χωρίς να περιμένουν πολλά πολλά, σχεδόν τίποτε, και ελπίζουν χωρίς να το πολυπιστεύουν ότι ο Καραμανλής θα είναι καλύτερος τη δεύτερη τετραετία. Οι ίδιοι δεν αλλάζουν, είναι σταθεροί στην επιλογή τους, ελπίζουν να αλλάξει η επιλογή (η Νέα Δημοκρατία), να γίνει καλύτερη τόσο ώστε να δικαιολογεί την ψήφο τους. Αλλά και αν δεν αλλάξει, πάλι αυτή θα ψηφίσουν. Τους ξέρει η Νέα Δημοκρατία. Τους έχει καταλάβει, έχει λάβει το μήνυμα» (23.9.2007).
 
Την περίοδο αυτή, που η ριζική ανανέωση του πολιτικού προσωπικού θεωρείται από όλο και περισσότερους ως αναγκαίος όρος για να βγει η χώρα από το τέλμα και να προχωρήσει μπροστά, η άποψη αυτή του Στέφανου Μάνου για την πολιτική θέτει από διαφορετική σκοπιά ένα άλλο μείζον ερώτημα: για να πετύχει ένας πολιτικός αρκεί να λέει την αλήθεια ή μήπως μετρά εξίσου πολύ και το πώς τη λέει;
Θεωρώ δεδομένο ότι κάθε απόπειρα να σπάσει κανείς το κομματικό κατεστημένο προκαλεί –και θα εξακολουθήσει βέβαια να προκαλεί– τη λυσσαλέα αντίδραση των θιγομένων. Μικρό δείγμα τού τι γίνεται κάθε φορά που ο «εσμός» (όπως προσφυώς τον αποκάλεσε ο Α. Παπαχελάς) αισθάνεται ότι απειλείται είδαμε κατά τη διάρκεια του απίθανου τριημέρου της επώασης της κυβέρνησης Παπαδήμου (7-10 Νοεμβρίου 2011). Από εκεί και πέρα, κρίσιμη παράμετρος για να απαντηθεί το ως άνω ερώτημα είναι βέβαια ο χρόνος (το λεγόμενο timing) και οι περιστάσεις. Χωρίς τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Τσώρτσιλ θα είχε πιθανότατα μείνει στην ιστορία ως ένας εκκεντρικός αριστοκράτης, ο οποίος μάλιστα, την κρίσιμη στιγμή, είχε πάρει και τη λάθος απόφαση (το 1915, όταν εισηγήθηκε την καταστροφική για τους Συμμάχους εκστρατεία της Καλλίπολης). Ο πόλεμος, δίχως άλλο, αναδεικνύει τον ηγέτη και είχε δίκιο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όταν «παραπονούνταν» ότι, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η ιστορία τον είχε αδικήσει σε σχέση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο (τον μεγάλο «αντίπαλό» του!).
Από την άλλη, στην πολιτική είναι κρίσιμη η ιεράρχηση των στόχων και, κατ’ επέκταση, η διάκριση ανά πάσα στιγμή του πρωτεύοντος από το δευτερεύον. Ο σκοπός βέβαια δεν αγιάζει όλα τα μέσα και θα συμφωνούσα με τον Στέφανο Μάνο ότι όταν τίθενται ζητήματα αρχής δεν νοούνται ούτε ελιγμοί ούτε υπαναχωρήσεις. Το ερώτημα εν τούτοις που τίθεται είναι ποια είναι κάθε φορά τα ζητήματα αρχής, ποια τα πρωτεύοντα θέματα και ποιες οι προτεραιότητες. Για παράδειγμα, με την οδυνηρή εμπειρία του Μνημονίου, θα είχε ενδιαφέρον να ρωτήσει κανείς τον Κώστα Σημίτη αν μετάνιωσε που, την ώρα που είχε συγκεντρώσει όλη την προσοχή σε άλλες προτεραιότητες, δεν έδωσε συνέχεια στην έκθεση Σπράου για το ασφαλιστικό το 1997, ούτε στο νομοσχέδιο Γιαννίτση για το ίδιο θέμα, το 2001. Στην πολιτική, ωστόσο, δεν υπάρχει αντικειμενικός μετρητής της ορθότητας και, αν κρίνει κανείς από την τεράστια δημοτικότητα που εξακολουθεί να απολαμβάνει ο Ανδρέας Παπανδρέου, είναι βέβαιο ότι, για έναν πολιτικό, η επιτυχία δεν εξαρτάται μόνον από την ορθότητα των αποφάσεων που κατά καιρούς παίρνει.
 
Τέλος, χωρίς να μπει κανείς στη φιλοσοφική συζήτηση για το «είναι» και το «φαίνεσθαι», ούτε στην ανθρωπολογική για τις φαντασιώσεις και τα στερεότυπα στα οποία οι λαοί όλου του κόσμου επιχειρούν να οικοδομήσουν τους εθνικούς μύθους τους, πιστεύω ότι είναι ολέθριο να ταυτίζει κανείς την αλήθεια με την πρόκληση. Για παράδειγμα, αν πιστεύεις, όπως ο Στέφανος Μάνος, ότι η λύση του δημοσιονομικού μας προβλήματος περνά από τον περιορισμό του κράτους, δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιείς –και μάλιστα ως τίτλο άρθρου ή συνέντευξης– διατυπώσεις του τύπου «Πουλήστε και απολύστε!», «Η μόνη λύση είναι οι απολύσεις!» κ.λπ. Ούτε είναι αναγκαίο να δηλώνεις, σε ξένη μάλιστα εφημερίδα, εν μέσω διαπραγμάτευσης για το Μνημόνιο Β΄, ότι «δίνοντάς μας χρήματα είναι σαν να τα πετάτε από το παράθυρο»!
Τα παραδείγματα ακραίων διατυπώσεων στον πολιτικό λόγο του Στέφανου Μάνου είναι άπειρα και δεν θα είχε νόημα να παραθέσει κανείς περισσότερα. Με το πέρασμα των χρόνων μάλιστα πυκνώνουν, κάτι που με κάνει να υποψιάζομαι ότι η πρόκληση πλέον κάπου τον διασκεδάζει. Θα το θεωρούσα απόλυτα θεμιτό, αν οι περιστάσεις ήταν διαφορετικές. Αν είχαμε δηλαδή την πολυτέλεια να στερούμαστε τις ικανότητες, τις ιδέες και την παρουσία στο πολιτικό προσκήνιο ενός ανθρώπου μοναδικής ευθύτητας, ενός σπάνιου πολιτικού ταλέντου.
 

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε: The Athens Review of Books


‹ Επιστροφή



Δράση Θέσεις MediaKit
Συντελεστές Όροι χρήσης & πολιτική απορρήτου © Copyright Δράση 2013