Δράση. Περιβάλλον Παιδεία Πολιτισμός
Δράση
 

Το Ταμπού: Η «ιερή αγελάδα» των κρατικών δαπανών

Αναρτήθηκε 10/05/2016
Του/Της Αριστοτέλη Αιβαλιώτη

Βρισκόμαστε ήδη στο τρίτο Μνημόνιο και από ότι φαίνεται ετοιμάζεται τέταρτο. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των προσπαθειών αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας μέσω των Μνημονίων είναι η προσπάθεια αύξησης των φόρων, ενώ στο σκέλος των δαπανών πολύ λίγα έχουν γίνει, παρά τις κατά καιρούς εξαγγελίες και προσπάθειες.

Η λογική των αλλεπάλληλων φοροεπιδρομώναπό την στιγμή της επιδείνωσης της κρίσης, το 2009 ήταν να «πληρώσουν οι πλούσιοι», ή οι «κακομαθημένοι στην φοροδιαφυγή Έλληνες». Αυτή τη θεωρία που χτίστηκε με εντόπια υλικά πολύ πριν ακόμα την έλευση της κρίσης ενστερνίστηκαν σε μεγάλο βαθμό οι ξένοι εταίροι μας και την ενσωμάτωσαν στην φιλοσοφία των Μνημονίων. Μπορεί σήμερα η Κριστίν Λαγκάρντ του ΔΝΤ να επισημαίνει ότι δεν μπορεί να αποδώσει περισσότερο η πολιτική της αύξησης των φόρων, αλλά σε σημαντικό βαθμό βοήθησε να οικοδομηθεί η φιλοσοφία. Ποιος δεν θυμάται άλλωστε την ομώνυμη λίστα της, που για χρόνια συντηρεί τον μύθο του «κρυμμένου θησαυρού» που θα μας λύσει όλα μας τα προβλήματα; Παρατηρεί ακόμα κανείς τον κ. Σόιμπλε να αξιολογεί θετικά τα μέτρα που φέρνει ο Τσίπρας, όλα φοροεισπρακτικά, λέγοντας μάλιστα ότι τώρα επιτέλους θα καταλάβουν οι Έλληνες τι σημαίνει «σύγχρονη διοίκηση»…

Ωστόσο τα αποτελέσματα της πολιτικής των φοροεπιδρομών, παλαιότερων και επίκαιρων, είναι κατά γενική ομολογία τραγικά. Η χώρα έχει πέσει μέσα σε έναν φαύλο κύκλο ύφεσης και από-επένδυσης. Η απόδοση των διαρκούς αυξανόμενων φόρων, αμέσων ή εμμέσων βαίνει μειούμενη, καθώς ελλείπουν όλο και περισσότερο τα κίνητρα επιχειρηματικής δράσης και εργασίας, ενώ τα κίνητρα για φοροδιαφυγή, φορο-αποφυγή, ή και αποχώρηση από την χώρα δυναμώνουν όλο και περισσότερο.

Έχουμε πέσει σε μία μαύρη τρύπα, από την οποία αποκλείεται να βγούμε με μαγικό τρόπο, απλά επαναλαμβάνοντας τα ίδια σφάλματα.

Υπάρχουν αρκετοί που υπερασπίζονται την πολιτική των υψηλών φόρων κάνοντας συγκρίσεις με τα ισχύοντα σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπου και εκεί η φορολογία είναι υψηλή, σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα υψηλότερη. Ωστόσο ξεχνούν ότι η βασική διαφορά έχει να κάνει με το υποκείμενο της φορολογίας εισόδημα. Αν η παραγωγή εισοδήματος από επιχειρήσεις ή άτομα είναι σχετικά εγγυημένη, αν το υπολειπόμενο της φορολογίας ποσό είναι επαρκές για την περαιτέρω χρηματοδότηση των επιχειρηματικών σχεδιασμών, ή της προσωπικής ζωής και ευημερίας των ατόμων, τότε το ύψος της φορολογίας είναι σχετικά αδιάφορο. Στην πραγματικότητα αυτό που ενδιαφέρει είναι το μέγεθος των εισοδημάτων, που έχει σχέση με τα ποσοστά κέρδους και την ποιότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, με άλλα λόγια την οικονομική αειφορία, που έχει σχέση στις σύγχρονες οικονομίες με την συσσώρευση επαρκών κεφαλαίων και την οικονομική εξωστρέφεια.

Στην Ελλάδα αυτά δεν υπάρχουν. Το μικρό μέγεθος των οικονομικών μονάδων, η φύση των δραστηριοτήτων, που σχετίζεται κατά πλειοψηφία με καταναλωτική εσωστρέφεια, τα χαμηλά ποσοστά κέρδους, η έλλειψη επαρκών κεφαλαίων, κάνει την επιβαλλόμενη φορολογία παραδοσιακά επαχθή, φρένο στην δημιουργία πρωτογενούς κεφαλαιακής συσσώρευσης, ωρολογιακή βόμβα που υπονομεύει την μακροπρόθεσμη επιχειρηματική δράση, αν προστεθούν και τα χρόνια προβλήματα υπερβολικού ρυθμιστικού βάρους, γραφειοκρατίας, διαφθοράς, ανελαστικών εργασιακών σχέσεων που προστίθενται σαν πρόσθετοι βαθμοί δυσκολίας στην ελληνική οικονομική ζωή.

Τα προβλήματα αυτά είναι χρόνια, απλά χειροτερεύουν τα τελευταία χρόνια με κάθε νέο Μνημόνιο, με κορωνίδα το τελευταίο, των Συριζανελ.

Η «έξοδος των μυρίων», νέων ανθρώπων που μεταναστεύουν για να βρουν την περπατησιά τους σε άλλες κοινωνίες, ή επιχειρήσεων που συνωθούνται να αλλάξουν έδρα, συνήθως τελευταία στην Κύπρο, χειροτερεύει ακόμη περισσότερο την προοπτική της χώρας, όσο συνεχίζεται η ίδια παρανοϊκή πολιτική.

Η πολιτική αυτή έχει ασφαλώς λαϊκό έρεισμα. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Justin Murray, οικονομολόγου στο Πανεπιστήμιο του StGallen της Ελβετίας, το 67% των Ελλήνων πολιτών έχει εξάρτηση, κύρια ή δευτερεύουσα, αμέσως ή εμμέσως, των εισοδημάτων του από τις πληρωμές του Κράτους. Επομένως με τέτοια δημογραφικά στοιχεία είναι κατανοητό πως η πολιτική των φοροεπιδρομών, από τις οποίες υποτίθεται, σε πρώτη ανάγνωση, ότι εξαρτώνται οι κρατικές δαπάνες, είναι σχετικά δημοφιλής, και πάντως πολύ δημοφιλέστερη από την εναλλακτική, εκείνη της άμεσης μείωσης των κρατικών δαπανών.

Κάπως όπως όταν κάποιοι άνθρωποι όταν πέσουν στην θάλασσα προσπαθούν να σωθούν από τον πνιγμό, τραβώντας τα μαλλιά τους…

Τα Μνημόνια προσέφεραν μία διαφυγή στην χώρα από μία επίσημη χρεοκοπία και την κράτησαν στην ζώνη του Ευρώ. Αυτό που συνήθως ξεχνάμε είναι ότι προσέφεραν και επιπλέον δάνεια, ώστε να αντιμετωπιστούν τα συνεχιζόμενα ελλείμματα. Επιπλέον δάνεια, υποτίθεται επί προθεσμία, μέχρις ότου (σύμφωνα με την θεωρία τους) θα καταφέρναμε να δημιουργήσουμε συνθήκες δημοσιονομικής ομαλότητας και πρωτογενή πλεονάσματα.

Έτσι ξεχνάμε ότι μέχρι σήμερα αυτό το οικονομικό μοντέλο, με μία υπερβάλλουσα για ευρωπαϊκή χώρα βαρύτητα του κράτους στην οικονομία, όπου οι κρατικές δαπάνες αφορούν το 55% των συνολικών καταναλωτικών δαπανών της οικονομίας, είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτώμενο από εξωτερική χρηματοδότηση, της τάξεως των 10-12 δις Ευρώ ετησίως (περιλαμβανομένων και των ΕΣΠΑ).

Όσοι μπορούν να φαντασιώνονται ότι τα πράγματα θα εξακολουθήσουν να κυλούν αμέριμνα όπως μέχρι σήμερα και ότι οι ξένοι εταίροι μας θα συναινούν αενάως να πληρώνουν τον λογαριασμό μας, είναι ασφαλώς ελεύθεροι να ζουν στην φαντασίωση τους.

Φτάνουμε όμως κοντά στην κρίσιμη ώρα, του μη περαιτέρω. Η συζήτηση που έχει ανοίξει για τα εφεδρικά μέτρα του 2018, στην περίπτωση που δεν πιαστούν οι δημοσιονομικοί στόχοι του Μνημονίου, και αφορούν κυρίως μειώσεις δαπανών, δείχνει ότι φτάνουμε στην καρδιά του ελληνικού προβλήματος. Η οποία είναι ότι το Κράτος που οικοδομήσαμε δεν είναι πλέον αντίστοιχο των δυνατοτήτων της οικονομίας, ή της ανοχής των ξένων εταίρων μας, να το χρηματοδοτήσουν.

Η Ελλάδα χρειάζεται απεγνωσμένα να αλλάξει οικονομικό μοντέλο. Να στηριχθεί σε μία αναγέννηση της ιδιωτικής οικονομίας, να προσελκύσει μαζικά νέες επενδύσεις, να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, να αρχίσει πάλι ένας νέος ενάρετος οικονομικός κύκλος που να δημιουργήσει προϋποθέσεις για να στηριχθεί η χώρα στις δικές της δυνάμεις, να αποκτήσουμε ξανά την εθνική μας αξιοπρέπεια και αυτοπεποίθηση.

Ο μόνος δρόμος είναι να αντιστρέψουμε την ασκούμενη μέχρι σήμερα οικονομική πολιτική και να δημιουργήσουμε κίνητρα για την οικονομική ενεργοποίηση των αργούντων σήμερα εγχώριων παραγωγικών δυνάμεων, αλλά και για μαζικές ξένες επενδύσεις.

Ακόμη και οι σημερινοί κυβερνώντες, παρά την μανία τους ενάντια στην ιδιωτική επιχειρηματικότητα, παραδέχονται ότι η Ελλάδα χρειάζεται ένα επενδυτικό σοκ, της τάξεως των 80 δις Ευρώ για τα επόμενα 5 χρόνια. Πως μπορεί να επιτευχθεί αυτό χωρίς την δημιουργία ενός περιβάλλοντος ανταγωνιστικού, που να δίνει την υπόσχεση μεγάλων κερδών;

Ισχυρίζομαι ότι απαιτείται μία μεγάλη πρωτοβουλία που να αφορά την δραστική μείωση της φορολογίας κατά προτεραιότητα τόσο των κερδών των επιχειρήσεων, όσο και των μερισμάτων, όπως και της εργασίας, με συνακόλουθες μειώσεις σε μη μισθολογικά κόστη όπως για παράδειγμα των εργοδοτικών εισφορών. Για να δημιουργήσει μεγάλο αποτέλεσμα, θα πρέπει οι φόροι των επιχειρήσεων να μειωθούν στο 15%, με στοχευμένες μεγαλύτερες μειώσεις και φοροαπαλλαγές για μεγάλες νέες επενδύσεις, ενώ το νέο φορολογικό περιβάλλον πρέπει να περιλαμβάνει πολυετή εγγύηση σταθερότητας. Για να υπάρξει μεγάλο αποτέλεσμα θα πρέπει να υπάρχει προσανατολισμός για μείωση των φόρων κατά 3% του ΑΕΠ, ή περίπου 5 δις Ευρώ.

Μία τέτοια μεγάλη πρωτοβουλία χρειάζεται να αντικριστεί άμεσα με αντίστοιχου μεγέθους μείωση των κρατικών δαπανών, αφού η Ελλάδα βρίσκεται στον αστερισμό των Μνημονίων και πρέπει να σέβεται σε κάθε βήμα την αρχή των «ισοδυνάμων», ανεξάρτητα από την προσδοκία αύξησης της απόδοσης της φορολογίας από την ανάπτυξη που θα ενεργοποιήσει η τέτοια δραστική μείωση της φορολογίας.

Ίσως δεν είμαστε ακόμη προετοιμασμένοι να συζητήσουμε μία τέτοιας τάξεως μείωση των κρατικών δαπανών. Είναι όμως ακριβώς που αυτό χρειαζόμαστε να κάνουμε αν είναι να δώσουμε ποτέ πίσω την χαμένη αισιοδοξία στην ελληνική κοινωνία.

Η μείωση των κρατικών δαπανών δεν μπορεί να είναι ένα κενό περιεχομένου σύνθημα. Γιατί έτσι ενεργοποιεί τους φόβους και τις αντιστάσεις του συνόλου των σιτιζομένων από το Δημόσιο, που είναι πάρα πολλοί, ακυρώνοντας στην πράξη κάθε σχετική πρόθεση του πολιτικού προσωπικού της χώρας, που ενδιαφέρεται πρωτίστως για τις ψήφους της κοινής γνώμης.

Η μείωση των κρατικών δαπανών μπορεί να γίνει μόνο στοχευμένα και κατά το δυνατόν ορθολογικά. Δεν έχει κανένα νόημα να ακουμπήσει λειτουργίες του Κράτους που είναι άμεσα ανταποδοτικές και προσφέρουν ένα δίχτυ ασφαλείας στους λιγότερο προνομιούχους. Όσο κακή οργάνωση και αμφίβολη αποτελεσματικότητα και αν έχουν οι κρατικές δομές υγείας, περίθαλψης, εκπαίδευσης, πρόνοιας, ασφάλειας, δεν μπορεί κανείς να περιμένει στα σοβαρά να γίνουν εκεί οικονομίες και μειώσεις κρατικών δαπανών.

Οι τομείς που μπορούν να απασχολήσουν κατά προτεραιότητα ώστε να μειωθούν τα έξοδα του Κράτους είναι:

Οι δημόσιοι οργανισμοί. Υπάρχουν διάφορες μετρήσεις και απουσιάζει μία ακριβής καταγραφή, όπως και μία σοβαρή αξιολόγηση του έργου τους. Σύμφωνα με ένα συμβιβαστικό υπολογισμό ανέρχονται σε 1.800, απασχολούν 90.000 υπαλλήλους και στοιχίζουν περίπου 3 δις ετησίως. Μία δραστική τομή θα απαιτούσε να κλείσει το 25%, να συγχωνευτεί το 25%, να ιδιωτικοποιηθούν όσοι είναι δυνατόν. Για τους απολυμένους θα υπήρχε πρόβλεψη για αποζημίωση μισθών 3 ετών στο 70% του βασικού τους μισθού και θα αφορούσε περίπου 35.000 υπαλλήλους, με εξοικονόμηση περίπου 1 δις Ευρώ.
Η μείωση κατά 30% όλων των προώρων συντάξεων όσων είναι κάτω των 65 ετών, που σήμερα αφορά 470.000 άτομα με ετήσιο κόστος περίπου 7 δις Ευρώ. Εξοικονόμηση 2 δις Ευρώ.
Οι λεγόμενες «αμυντικές δαπάνες». Συντηρούμε ένοπλο και πολιτικό προσωπικό παρόμοιου αριθμού με τον στρατό (επαγγελματικό) της Μεγάλης Βρετανίας, χώρας με εξαπλάσιο πληθυσμό και δεκαπλάσιο ΑΕΠ, ο οποίος μπορεί και κάνει πολεμικές επιχειρήσεις σε τρία μακρινά μέτωπα. Χρειαζόμαστε μία πλήρη ανατροπή που να μας δώσει έναν μικρό αξιόμαχο επαγγελματικό στρατό, αντίστοιχο των σημερινών πραγματικών απειλών που αντιμετωπίζουμε σε συνδυασμό με τις διεθνείς συμμαχίες στις οποίες συμμετέχουμε, ένα νέο καλύτερο αλλά και φθηνότερο σύνολο. Ακόμα και με την σημερινή απαρχαιωμένη δομή έχουμε αποδεχθεί με την συμφωνία του περυσινού Αυγούστου ότι μπορούμε να μειώσουμε κατά 500 εκατομμύρια τις δαπάνες του Υπουργείου Αμύνης. Μία πιο ενεργητική αναδόμηση θα μπορούσε να αποφέρει εξοικονόμηση πόρων 1 δις Ευρώ ετησίως.
Ο χωρισμός Εκκλησίας – Κράτους και η διακοπή της μισθοδοσίας των ιερέων της Ορθόδοξης Πίστης θα εξοικονομούσε 200 εκατομμύρια Ευρώ ετησίως.
Η οικονομική αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την απόδοση σε αυτήν της ευθύνης της είσπραξης του ΕΝΦΙΑ και της επιβολής άλλων τελών θα εξοικονομούσε ομοίως αρκετά πρόσθετα κονδύλια, ίσως της τάξεως των 300 εκατομμυρίων ετησίως, ενώ θα δημιουργούσε πολλαπλά οφέλη από την ενδυνάμωση της αρχής της επικουρικότητας και το πέρασμα νέων εξουσιών στο τοπικό επίπεδο.
Τα υπόλοιπα 500 εκατομμύρια θα αφορούν περικοπές κατά 10% των καταναλωτικών δαπανών των υπουργείων, που σήμερα έχουν ύψος περί τα 5,5 δις Ευρώ.
Είναι τα πράγματα τόσο απλά; Βεβαίως και όχι. Κάθε μία από τις παραπάνω μειώσεις δαπανών προσκρούει σε ισχυρές αντιστάσεις που έχουν να κάνουν με την δομή της ιδιότυπης ελληνικής κρατικής υπόστασης. Οι απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και αν είναι κλέφτες ή ανίκανοι, είναι το απόλυτο ταμπού, που οικοδομήθηκε από το πελατειακό κράτος διαμέσου δεκαετιών, αφού συνήθως η πρόσληψη στο Δημόσιο ήταν ανταμοιβή κομματικής αφοσίωσης και προσφοράς. Οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις είναι επίσης αμοιβές, των πολύχρονων διεκδικητικών αγώνων του λεγομένου συνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο μέχρι σήμερα συνδιοικεί το Κράτος μαζί με τα κόμματα εξουσίας. Οι πολεμικές δε δαπάνες είναι άλλη μία «ιερή αγελάδα», θεμέλιος λίθος του ελληνικού κράτους, όπως αυτό διαμορφώθηκε από την «Μεγάλη Ιδέα» του 19ου και του 20ου αιώνα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλη σχεδόν την Μεταπολίτευση οι πολεμικές δαπάνες ψηφίζονταν ομόφωνα από την Βουλή, κάθε χρόνο, με το ΚΚΕ να συναινεί σχεδόν πάντα. Με αυτά και με αυτά δαπανήσαμε από το 1974 μέχρι σήμερα 245 δις σημερινά αναπροσαρμοσμένα Ευρώ σε οπλικά συστήματα (μελέτη Χρυσόγελου). Για τις σχέσεις με την Εκκλησία υπάρχει η μόνιμη παρεξήγηση για τον κοσμικό ή όχι χαρακτήρα του κράτους μας που μας έχει εμποδίσει μέχρι τώρα να ξεκαθαρίσουμε τους ρόλους, έτσι όπως γίνεται στα υπόλοιπα ανεπτυγμένα δυτικά κράτη.

Κοντολογίς ένα πρόγραμμα μείωσης των κρατικών δαπανών όπως σταχυολογήθηκε παραπάνω απαιτεί μία επαναπροσέγγιση του συνόλου των αντιλήψεων που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία, όπως αυτές διαμορφώθηκαν σχεδόν από την εποχή της ίδρυσης του ελληνικού κράτους.

Δεν είναι ένα απλό λογιστικό πρόβλημα. Αλλά θα υποχρεωθούμε πολύ σύντομα να το αντιμετωπίσουμε.

Γιατί εκτός από τους ανθρώπους, υπάρχουν και οι αριθμοί.

Και αυτοί, οι αριθμοί, δεν βγαίνουν πια. Με καμία εξωτερική ή εσωτερική βοήθεια.

 

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε: www.ekyklos.gr


‹ Επιστροφή



Δράση Θέσεις MediaKit
Συντελεστές Όροι χρήσης & πολιτική απορρήτου © Copyright Δράση 2013