Δράση. Περιβάλλον Παιδεία Πολιτισμός
Δράση
 

Ελληνικό φορολογικό σύστημα και σύνταγμα

Αναρτήθηκε 14/05/2017
Του/Της Γιάννη Τζανετή και Γιάννη Καλλέ

Από το 2008 έως και σήμερα, πολύ μελάνι έχει χυθεί για τα αίτια της κατάρρευσης και για τα ενδεδειγμένα μέτρα που θα οδηγούσαν την Ελληνική οικονομία σε ένα διατηρήσιμο ανοδικό κύκλο.

Το φορολογικό σύστημα κατέχει κεντρική θέση σε όλες τις αναλύσεις ως θεμελιώδες αίτιο της οικονομικής κακοδαιμονίας. Πολυπλοκότητα, Συχνότητα Μεταβολών, Μικρή Φορολογική Βάση και Υψηλοί Συντελεστές οδηγούν νομοτελειακά σε Χαμηλή Αποδοτικότητα και σε αέναες «διορθωτικές» παρεμβάσεις διαιωνίζοντας τον φαύλο κύκλο.

Μια γρήγορη σύγκριση με Ευρωπαϊκές Χώρες (βλ. Πίνακα) καταλήγει σε μια σειρά από εύκολες διαπιστώσεις.

Α. Οι ανώτατοι συντελεστές φορολόγησης των εισοδημάτων (άμεσοι φόροι) παρότι συγκρίσιμοι με αντίστοιχους ανεπτυγμένων οικονομιών της Δ. Ευρώπης είναι ασυνήθιστα υψηλοί σε σχέση με τους άμεσους ανταγωνιστές της χώρας, τις αναπτυσσόμενες οικονομίες της Αν. Ευρώπης.

Β. Το αφορολόγητο όριο ανέρχεται στο πρωτοφανές 207% του ορίου φτώχιας όταν σε καμία άλλη χώρα δεν ξεπερνάει το 100%. Έτσι αφήνει εκτός φορολόγησης τεράστιο αριθμό νοικοκυριών γεγονός σπάνιο –αν όχι μοναδικό- σε διεθνή κλίμακα. Ταυτόχρονα η κλίμακα των συντελεστών εξαντλείται ταχύτατα με αποτέλεσμα εισοδήματα μεσαίου επιπέδου να φορολογούνται με ασυνήθιστα υψηλούς συντελεστές. Συνοπτικά, ένα μικρό μέρος των νοικοκυριών επωμίζεται δυσανάλογα βαρύ φορολογικό φορτίο.

Γ. Οι φόροι των επιχειρηματικών κερδών βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα συγκρινόμενοι με τον ανταγωνισμό ενώ πρόσθετα εισπρακτικά μέτρα, όπως πχ. προκαταβολή φόρου, δημιουργούν ασφυκτικές πιέσεις στις επιχειρηματικές χρηματοροές. Η αποεπένδυση σίγουρα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την εικόνα ιδιαίτερα καθώς τα εμπόδια για μεταφορά της επιχειρηματικής δραστηριότητας εκτός Ελλάδας είναι πλέον χαμηλά.

Δ. Τέλος, οι φόροι στην ακίνητη περιουσία είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη ενώ το γεγονός ότι τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν υπερεπενδύσει στην ακίνητη περιουσία δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δυσβάστακτο φορτίο.

Σε όλα τα παραπάνω προστίθεται η έντονη μεταβλητότητα και η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος δημιουργώντας ένα τοξικό φορολογικό περιβάλλον που δρα αποτρεπτικά στην είσοδο επενδυτικών κεφαλαίων στην χώρα.

Η σταθεροποίηση, απλοποίηση και εκλογίκευση του φορολογικού συστήματος, η μείωση των συντελεστών ιδιαίτερα για τα επιχειρηματικά κέρδη και τα μεσαία εισοδήματα και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης θα αποτελούσαν θεμελιώδη χαρακτηριστικά ενός φορολογικού συστήματος που μπορεί να πυροδοτήσει το επενδυτικό σοκ που χρειάζεται η χώρα.

Μια τόσο ρηξικέλευθη μεταρρύθμιση θα ήταν εύλογο να υποστηρίζεται και από ανάλογες συνταγματικές προβλέψεις ιδιαίτερα καθώς το σημερινό συνταγματικό πλαίσιο έχει χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο προστασίας των υφιστάμενων φορολογικών προτεραιοτήτων.

Με έναυσμα επομένως τις ανωτέρω διαπιστώσεις στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης, που έχει εξαγγελθεί, είναι απολύτως απαραίτητο να διεξαχθεί μία συζήτηση για εκείνες τις συνταγματικές αναθεωρήσεις που θα καταστήσουν το θεσμικό μας σύστημα ασφαλές, δίκαιο και κυρίως θα του εμφυσήσουν δημοσιονομική ευφυΐα θεραπεύοντας τα αίτια που οδήγησαν στην σημερινή χρεοκοπία και συνεχίζουν να κρατούν καθηλωμένη την εθνική  οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι παρακάτω σκέψεις και προτάσεις:

Α. Αρχή της Ανταγωνιστικότητας. Στο Σύνταγμα (6ο Κεφ. Άρθρο 78) όπου προβλέπονται οι βασικοί κανόνες για την «φορολογία και δημοσιονομική διαχείριση» θα πρέπει να ενταχθεί και η αρχή της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Το κριτήριο αυτό προτείνεται να ενταχθεί στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προληπτικού ελέγχου των φορολογικών μέτρων για να προλαμβάνεται εμμέσως και η προχειρότητα με την οποία λαμβάνονται συχνά τέτοιου είδους μέτρα από την εκάστοτε κυβέρνηση και κατά συνέπεια θα περιφρουρείται και η σταθερότητα – ασφάλεια των κανόνων. Ο εν λόγω έλεγχος θα μπορούσε ενδεχομένως να ανατεθεί στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο, στο οποίο θα προσδιδόταν χαρακτηριστικά ανεξάρτητης αρχής με τα απαραίτητα εχέγγυα ανεξαρτησίας και επιστημονικής τεκμηρίωσης. Ως προς τον χαρακτήρα του κριτηρίου αυτού καθ’ εαυτού σκόπιμο κρίνεται να έχει χαρακτηριστικά αποφασιστικού κριτηρίου για την έγκριση του εκάστοτε μέτρου και όχι απλής γνώμης.

Β. Αρχή της Οικονομικής Αειφορίας. Παράλληλα ως στοιχείο των δικαιωμάτων και θεσμικών εγγυήσεων, που το Κράτος παρέχει, όπως ορίζονται στο 2ο μέρος του Συντάγματος (αρ. 4 έως 25 Σ), το Κράτος οφείλει να διασφαλίζει την σε βάθος χρόνου οικονομική ανάπτυξη και ευημερία. Υπό την έννοια αυτή σκόπιμο κρίνεται να ενταχθεί στο Σύνταγμα μας μια καινούργια αρχή, αυτής της οικονομικής αειφορίας. Σε στάθμιση δηλαδή με τα υπόλοιπα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και εγγυήσεις, η μακροπρόθεσμη υγεία και ευρωστία της εθνικής οικονομίας πρέπει να αποτελεί γνώμονα των κρατικών παρεμβάσεων, κριτήριο και στοιχείο του εκάστοτε επικαλούμενου δημοσίου συμφέροντος.

Η αρχή της οικονομικής αειφορίας εισάγει ένα κριτήριο αποτελεσματικότητας και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας των όποιων μέτρων, ακόμα και των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, όπως τέτοια έχουν νομοθετηθεί πάμπολλα την τρέχουσα περίοδο της οικονομικής κρίσης. Συχνά έχουν γίνει δε αντικείμενο δικαστικής κρίσης από τα ανώτατα δικαστήρια της χώρας όπου για την συναγωγή της δικαστικής κρίσης, λήφθηκαν υπόψη και σταθμίστηκαν συνταγματικές αρχές, όπως της ισότητας, της αναλογικότητας, της κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά αγνοήθηκε παντελώς ο οικονομικός αντίκτυπος στην ευρύτερη οικονομία, ενώ  το επικαλούμενο δημόσιο συμφέρον κρίθηκε στενά σε σχέση αποκλειστικά με τα ταμειακά του Κράτους. Είναι ενδεικτικό στο ίδιο πνεύμα ότι το ισχύον Σύνταγμα θέτει φραγμό στην ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία, όταν αυτή αναπτύσσεται σε βάρος της εθνικής οικονομίας (αρ. 106 § 2 Σ. όπου θεσπίζεται η αρχή του κρατικού παρεμβατισμού), αλλά δεν θέτει φραγμό στην κρατική παρέμβαση, όταν αυτή αντιστοίχως αναπτύσσεται σε βάρος της εθνικής οικονομίας. Στόχος επομένως της εισαγωγής της νέας αυτής αρχής της οικονομικής αειφορίας, είναι να εισάγει την οικονομική λογική στο συνταγματικό πλέγμα κανόνων καθώς θα συναποτελεί μαζί με τους λοιπούς συνταγματικούς κανόνες στοιχείο της στάθμισης της συνταγματικότητας των νόμων.

Γ. Αρχή της Δαγενεακής Ισότητας. Περαιτέρω για ενίσχυση της οικονομικής ευφυΐας του δικαιϊκού μας συστήματος ειδικότερη μνεία θα πρέπει να γίνει στο κοινωνικό κράτος πρόνοιας και στο κοινωνικό – ασφαλιστικό σύστημα (αρ. 21 Σ). Η εισαγωγή μίας νέας αρχής αυτής της διαγενεακής ισότητας θα υποχρέωνε καταρχήν το κοινωνικό – ασφαλιστικό σύστημα να προνοεί και για τις μελλοντικές γενιές. Στο σχεδιασμό επομένως των παροχών – εισφορών θα λαμβανόταν έτσι υπόψη η σχέση εισφορών- παροχών, που καταβάλλουν –λαμβάνουν οι νυν ενεργοί σε σχέση με τους μη ενεργούς, και θα αποτελέσει αντίβαρο στην προχειρότητα των σχεδιασμών σε παροχές χωρίς αντίκρισμα, μέσω δανεισμού ή κατασπατάλησης των υπαρχόντων πόρων, εισάγοντας στοιχεία ανταποδοτικότητας και οδηγώντας στην χρηματοδότηση του συστήματος μέσω των εισφορών των ίδιων των ασφαλισμένων και όχι των φορολογουμένων. Η αρχή της διαγενεακής ισότητας έρχεται να εμπλουτίσει την γενική αρχή της ισότητας ανακατανέμοντας δικαιότερα τα βάρη μεταξύ των γενεών μέσω του συστήματος της κοινωνικής ασφάλισης.

Δ. Ασφάλεια Δικαίου. Τέλος, κρίνεται σκόπιμο να δοθεί έμφαση στην σαφήνεια και σταθερότητα των κανόνων (φορολογικών και όχι μόνο), στην με άλλα λόγια εν γένει ασφάλεια δικαίου ώστε να αποκατασταθεί η σχέση εμπιστοσύνης των ελλήνων πολιτών έναντι του Κράτους. Χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα που θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο αναθεώρησης είναι: η κατάργηση της οιαδήποτε αναδρομικότητας της φορολογίας χωρίς εξαιρέσεις και διακρίσεις (αρ. 73 Συντάγματος), ο περιορισμός των κρατικών δικονομικών προνομίων (π.χ. τεκμήρια υπέρ του Δημοσίου), η σταθερότητα και η απλότητα των κανόνων (λ.χ. το ζήτημα της παραγραφής όπως αυτό αναδείχθηκε και με την πρόσφατη απόφαση 675/2017 του Β’ Τμήματος του ΣτΕ κα). Στόχος είναι οι Έλληνες πολίτες να συνεισφέρουν ισότιμα με βάση τις πραγματικές τους δυνάμεις και να εμπεδωθεί το αίσθημα ασφάλειας και ευνομίας.

Έχοντας ως πρόκριμα ότι η υγεία της εθνικής οικονομίας είναι αποτέλεσμα κατά κύριο λόγο της εν γένει θεσμικής λειτουργίας του κράτους και των επιτυχημένων κανόνων που αυτό επιβάλλει, η επόμενη συνταγματική αναθεώρηση, όποτε πραγματοποιηθεί, δεν πρέπει να είναι μία ακόμα χαμένη ευκαιρία. Οι παραπάνω προτάσεις αποτελούν μια πρώτη προσέγγιση που δείχνει προς τη κατεύθυνση που πρέπει να στραφεί η συζήτηση για τους θεσμούς της χώρας και ειδικότερα αυτή για την αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία έως σήμερα δυστυχώς περιορίζεται κυρίως σε πολιτειακής φύσεως μόνο ζητήματα, όπως λ.χ. ο τρόπος εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας.

 

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε: www.liberal.gr


‹ Επιστροφή



Δράση Θέσεις MediaKit
Συντελεστές Όροι χρήσης & πολιτική απορρήτου © Copyright Δράση 2013