Δράση. Περιβάλλον Παιδεία Πολιτισμός
Δράση
 

Ένα σπασμένο παράθυρο στη Νέα Υόρκη

Αναρτήθηκε 22/11/2017
Του/Της Γιώργου Καραβάνα

Σύμφωνα με τη «θεωρία του σπασμένου παράθυρου», αν σε ένα κτίριο σπάσει ένα παράθυρο κι αφεθεί για καιρό ανεπισκεύαστο, σύντομα θα σπάσει κι ένα ακόμα.

Η θέα ενός κτιρίου που δεν συντηρείται άμεσα, δημιουργεί την εντύπωση ότι είναι αφύλακτο και ακατοίκητο. Έτσι εύκολα θα πετάξει κανείς μια ακόμη πέτρα, για να σπάσει κάποιο διπλανό παράθυρο. Αν κι αυτό μείνει χωρίς επισκευή, σύντομα τα περισσότερα παράθυρα θα έχουν σπάσει. Το κτίριο θα εγκαταλειφθεί από τους ενοίκους του κι ενδεχομένως θα καταληφθεί από περιθωριακά στοιχεία. Αυτό θα οδηγήσει σε σπασίματα παραθύρων και εγκατάλειψη διπλανών κτιρίων, που με τη σειρά τους θα οδηγήσουν σε γενικευμένη υποβάθμιση της γειτονιάς. Σε κάποιο χρόνο, ολόκληρη η γειτονιά θα έχει εγκαταλειφθεί ή θα έχει γίνει κατοικία παράνομων στοιχείων, με την εγκληματικότητα στην περιοχή να αυξάνει ολοένα και περισσότερο. Κι όλα αυτά, με αφετηρία ένα μόνο σπασμένο παράθυρο, που όμως κανείς δεν μπήκε στον κόπο να επισκευάσει.

Η παραπάνω ιστορία δεν είναι φανταστική. Είναι αυτό που συνέβη σε εκτεταμένες περιοχές της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 80, μετατρέποντας την πόλη σε περιοχή ιδιαίτερα υψηλής εγκληματικότητας, όπου οι ληστείες, η διακίνηση ναρκωτικών, οι καβγάδες και οι δολοφονίες στους δρόμους είχαν σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Και κάπου τότε, στις δημοτικές εκλογές του 1993, εξελέγη δήμαρχος ο Ρούντι Τζουλιάνι, ο οποίος είχε διατελέσει Γενικός Εισαγγελέας στη Ν. Υόρκη και είχε συμμετάσχει σε μεγάλες δίκες εναντίον της Μαφίας. Αμέσως μετά την εκλογή του στη θέση του Δημάρχου, ο Τζουλιάνι αντικατέστησε τον τότε Αστυνομικό Επίτροπο με έναν καινούργιο, ονόματι Γουίλιαμ Μπράτον. Απώτερος στόχος του Τζουλιάνι ήταν η εξάλειψη της Μαφίας από την πόλη. Έχοντας όμως γνώση των κοινωνικών ερευνών του Τζ. Γουίλσον, που οδήγησαν στη «θεωρία του σπασμένου παράθυρου», το πρώτο πράγμα που ζήτησε από τον Μπράτον ήταν η μηδενική ανοχή στη λεγόμενη μικρή παραβατικότητα. Σύμφωνα με τη θεωρία, η ανοχή στο γκράφιτι, στη διακίνηση μικροποσοτήτων ναρκωτικών, στους υπαίθριους καβγάδες και σε άλλες μικροπαρανομίες, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη διάπραξη σοβαρότερων εγκλημάτων, όπως οι ένοπλες ληστείες και ο φόνος. Μέσα σε δύο μόλις δημαρχιακές θητείες, ο Τζουλιάνι είχε καταφέρει να μεταμορφώσει τη Νέα Υόρκη, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα σημαντικά πλήγματα στη Μαφία. Το μήνυμα είχε σταλεί: η παρανομία – όσο ασήμαντη κι αν ήταν – δεν επρόκειτο να γίνει ανεκτή.

Αρκετοί αμφισβήτησαν αργότερα τα αποτελέσματα του Τζουλιάνι, υποστηρίζοντας πως η μείωση της εγκληματικότητας οφείλονταν κυρίως στη βελτίωση της οικονομίας, στην πρόσληψη περισσότερων αστυνομικών από τον προκάτοχό του, ακόμα και στη νομιμοποίηση των αμβλώσεων κάποια χρόνια νωρίτερα, η οποία οδήγησε στη γέννηση λιγότερων παιδιών που, αν γεννιόταν, δεν θα μεγάλωναν σωστά. Το βέβαιο είναι πως η Νέα Υόρκη μετά τη δημαρχία Τζουλιάνι ήταν μια πόλη με τελείως διαφορετική ποιότητα ζωής και παραμένει ακόμα τέτοια.

Στην Ελλάδα αντίθετα, οι πολιτικοί τύπου Τζουλιάνι αποτελούν ακόμα ζητούμενο. Άλλοι από ιδεοληψία, άλλοι από ωχαδερφισμό, άλλοι από ανικανότητα κι άλλοι από απλή ψηφοθηρία, προτιμούν να κάνουν τα στραβά μάτια σε παρανομίες που θεωρούνται μικρές κι ασήμαντες. Παρανομίες που αφορούν στη δόμηση, στην κυκλοφορία οχημάτων, στην κοινή ησυχία, στην καθαριότητα δημόσιων χώρων κ.α. αφέθηκαν ουσιαστικά χωρίς καμία δίωξη. Συχνά βλέπει κανείς ανθρώπους να πετούν αυτό που κρατούν στο χέρι τους όπου βρουν, να διασχίζουν δρόμους εκτός διαβάσεων, να αφήνουν τα κατοικίδιά τους να λερώνουν ελεύθερα ή να μιλούν στο κινητό καθώς οδηγούν, ακόμα και μπροστά στα μάτια οργάνων της τάξης, που τους κοιτούν στην καλύτερη περίπτωση με αδιαφορία. Όταν κανείς καλέσει τη δημοτική αστυνομία π.χ. για παράνομα σταθμευμένο όχημα μπροστά στην πόρτα του και ρωτήσει τους αστυνομικούς γιατί δεν επιβάλλουν πρόστιμα αυτεπαγγέλτως, αλλά περιμένουν να προηγηθεί τηλεφώνημα, η απάντηση είναι πως «οι εντολές μας είναι να μην παρεμβαίνουμε αν κανείς δεν εκφράζει ενόχληση». Και κάπως έτσι συνηθίσαμε να παρκάρουμε όπου θέλουμε, να θορυβούμε όποτε θέλουμε, να ρυπαίνουμε ότι θέλουμε. Είναι γνωστό πως έχουν χτιστεί πολιτικές καριέρες επάνω στο «σβήσιμο» προστίμων, επάνω σε παρεμβάσεις – ρουσφέτια για πράγματα που δεν θα έπρεπε να συμβαίνουν κι επάνω στη λογική «αν κανείς δεν διαμαρτύρεται, μην ενοχλείς τον παρανομούντα»!

Φυσικό επακόλουθο, το καθεστώς γενικευμένης απαξίωσης των νόμων που ζούμε, ακόμη μάλιστα κι από αυτούς που θεσπίζουν τους νόμους! Η εικόνα βουλευτών που καπνίζουν μέσα στο κοινοβούλιο, που θα προκαλούσε θύελλα σε άλλες ευνομούμενες χώρες, εδώ αποτελεί για πολλούς αποδεκτό γεγονός. Από το «παρκάρω και βρωμίζω όπου θέλω» μέχρι το «μπουκάρω και εξευτελίζω όποιον θεσμό θέλω», ένα τσιγάρο δρόμος! Μην σας κάνει λοιπόν εντύπωση η βία στα γήπεδα. Μην σας κάνει εντύπωση η νοθεία στις φοιτητικές εκλογές. Μην σαν κάνουν εντύπωση οι ξυλοδαρμοί Καθηγητών ελέω φοιτητικού ασύλου, ούτε και οι καταδρομικές επιθέσεις των πιτσιρικάδων του Ρουβίκωνα, που εξευτέλισαν πρόσφατα κάθε έννοια κράτους! Μην σαν κάνουν εντύπωση οι νεκροί της Μαρφίν και η καρφωμένη φωτοβολίδα στο πόδι μιας αθώας δικηγόρου. Όλα ξεκινούν από την απροθυμία παλαιών και νέων πολιτικών, να επιβάλλουν το νόμο. Όλα ξεκινούν από ένα σπασμένο παράθυρο, που κανείς δεν ήθελε να φτιάξει. Ας ελπίσουμε - ή καλύτερα ας φροντίσουμε – κάποτε, οι υπεύθυνοι να τιμωρηθούν. Κυρίως δια της ψήφου μας…!

 

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε: Ελευθερία Λάρισας


‹ Επιστροφή



Δράση Θέσεις MediaKit
Συντελεστές Όροι χρήσης & πολιτική απορρήτου © Copyright Δράση 2013