Δράση. Περιβάλλον Παιδεία Πολιτισμός
Δράση
 

Παραγωγή και εξισωτισμός

Αναρτήθηκε 20/05/2018
Του/Της Γιώργου Καραβάνα

Βασικά αντικείμενα της Παιδείας των αρχαίων Ελλήνων, ήταν τα Μαθηματικά, η Μουσική κι ο Αθλητισμός. Τον τελευταίο δεν τον ήθελαν μόνο για λόγους υγείας αλλά κυρίως για λόγους χαρακτήρα.

Από πολύ νωρίς ο ασκούμενος μάθαινε α) πως υπάρχουν και καλύτεροι από τον ίδιο (γρηγορότεροι, δυνατότεροι, εξυπνότεροι) και β) πως ο μόνος δρόμος βελτίωσης είναι η άσκηση και η προσπάθεια. Δεν ξένιζε την κοινωνία η ιδέα πως τα έπαθλα δεν μοιράζονται εξίσου, αλλά τα παίρνουν οι καλύτεροι. Καταλάβαιναν πως δεν είναι δίκαιο να καθίσουν όλοι στο ίδιο σκαλοπάτι του βάθρου. Και ότι ίσχυε στον αθλητισμό, ίσχυε και στη ζωή. Γι’ αυτό και η κοινωνία τους ήκμαζε. Δεν είναι τυχαίο πως και σήμερα, οι κοινωνίες που προοδεύουν περισσότερο, είναι εκείνες που καταφέρνουν να κάνουν τους πολίτες τους να δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό σε ότι κάνουν. Εκείνες που επιβραβεύουν την ικανότητα και την προσπάθεια.

Οι νεοέλληνες αντίθετα λατρεύουμε τον εξισωτισμό. Μας τον έμαθε το 1981 ο Α. Παπανδρέου, όταν με μια απόφαση εξίσωνε εκπαιδευτικούς με 2ετείς σπουδές, με εκείνους που είχαν 4ετείς σπουδές. Όταν συμπίεζε τις μισθολογικές διαφορές προϊσταμένων και υφισταμένων. Όταν απένειμε συντάξεις σε ανθρώπους που δεν είχαν πληρώσει εισφορές. Κι όταν ανήγαγε την αργομισθία και το οριζόντιο επίδομα, σε «αυτονόητο δημοκρατικό κεκτημένο». Ακόμα κι ο νεοέλληνας όμως, παρά την 40ετή ιδεολογικοποίηση του εξισωτισμού, ενστικτωδώς αποδέχεται πως π.χ. σε μια ποδοσφαιρική ομάδα, είναι λογικό διαφορετικοί παίκτες να αμείβονται διαφορετικά. Παρότι ομαδικό σπορ, όλοι καταλαβαίνουν πως η συνεισφορά του ενός δεν είναι ίση με τη συνεισφορά του άλλου και πως όταν κάποια στιγμή υπάρξει μεταγραφή, άλλα χρήματα θα πληρωθούν για τον Α κι άλλα για τον Β παίκτη. Αλλά κάπου εκεί, τελειώνει η αποδοχή μας στο διαφορετικό και το άνισο.

Αναρωτηθήκαμε όμως ποτέ: είναι άραγε όλοι οι εκπαιδευτικοί ενός σχολείου το ίδιο καλοί; Είναι όλοι οι χειρουργοί ενός δημόσιου νοσοκομείου το ίδιο αποδοτικοί; Κι αν ο ένας έχει ελάχιστες αποτυχίες ενώ ο άλλος έχει τους μισούς ασθενείς του να επιστρέφουν με επιπλοκές, δεν κοστίζουν οι δύο αυτοί γιατροί διαφορετικά στο σύστημα υγείας; Και δεν θα έπρεπε συνεπώς, να αμείβονται διαφορετικά για τις ίδιες ώρες εργασίας; Στις ΗΠΑ το κάθε νοσοκομείο, το κάθε σχολείο, ο κάθε οργανισμός – ακόμα και οι δημόσιοι – λειτουργούν ως διοικητικά και οικονομικά αυτόνομες μονάδες. Ο μισθός των διευθυντών εξαρτάται από τα οικονομικά αποτελέσματα της μονάδας που διοικούν. Τα οποία με τη σειρά τους εξαρτώνται από την προσπάθεια και την ποιότητα των ανθρώπων που εργάζονται εκεί. Ανθρώπων που δεν είναι μόνιμοι, αλλά εργάζονται βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου, και διαπραγματεύονται ελεύθερα τον μισθό τους, όπως συμβαίνει και στην ιδιωτική αγορά. Όπως μια ποδοσφαιρική ομάδα προσπαθεί να έχει καλά αποτελέσματα, ώστε να μπορεί να διαθέσει περισσότερα χρήματα για την προσέλκυση ενός καλού ποδοσφαιριστή, έτσι κι ένα καλό νοσοκομείο έχει κίνητρο να είναι όσο το δυνατόν πιο αποδοτικό, ώστε να μπορεί να προσελκύσει έναν εξαιρετικό γιατρό. Ο οποίος προκειμένου να συνεχίσει να αμείβεται καλά πρέπει να αποδεικνύει καθημερινά πόσο εξαιρετικός είναι. Το ίδιο ο Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, το ίδιο ο υπάλληλος οποιουδήποτε οργανισμού. Τελικός κερδισμένος, ο ασθενής, ο μαθητής, ο φορολογούμενος πολίτης.

Κάποιοι θεωρούν πως για την Ελλάδα αυτά τα πράγματα είναι ακόμη μακρινά. Έχουν συμβιβαστεί με την ιδέα πως ούτε και τα παιδιά τους δεν θα προλάβουν να ζήσουν σε μια πραγματικά παραγωγική και πλούσια χώρα, σαν κι αυτή που θα μπορούσε να γίνει η Ελλάδα. Ευελπιστούν τουλάχιστο να ζήσουν κάτι αντίστοιχο τα εγγόνια τους. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο πως θα συμβεί αυτό, αν απλώς περιμένουμε με σταυρωμένα χέρια. Ο υπόλοιπος κόσμος δεν θα μας περιμένει και είναι ορατός ο κίνδυνος η Ελλάδα να παγιδευτεί σε χρόνιο τέλμα, αν δεν προχωρήσει σήμερα σε τολμηρές μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις που δεν θα αφορούν μόνο νούμερα, αλλά θα αλλάζουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε. Κι επειδή ως βασικό εμπόδιο για την οποιαδήποτε μισθολογική ή βαθμολογική διαφοροποίηση (τουλάχιστον έτσι παρουσιάζεται), αποτελεί η έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς αυτόν που θα αξιολογεί, δεν μας μένει άλλο από το να αρχίσουμε να μετράμε τα πάντα: να μετράμε τι ποσοστό επιτόκων του ενός γιατρού κατέληξαν σε καισαρική και τι ποσοστό του άλλου, πόσες ημέρες νοσηλείας χρειάστηκαν κατά μέσο όρο οι εγχειρισθέντες - για το ίδιο νόσημα - από τον έναν χειρουργό και πόσες από τον άλλον, πόσο μας κόστισαν σε φάρμακα και εξετάσεις ασθενείς που έπασχαν από το ίδιο νόσημα και δέχθηκαν θεραπεία από διαφορετικούς γιατρούς και ιδρύματα. Πόσες πρωτόδικες αποφάσεις ανετράπησαν στη συνέχεια από τα Εφετεία και τον Άρειο Πάγο, πόσες εισαγγελικές διώξεις οδήγησαν σε καταδίκη και πόσοι πολίτες σύρθηκαν από εισαγγελείς αναίτια σε δικαστήρια. Πόσα παιδιά τραυματίστηκαν στο ένα σχολείο και πόσα στο άλλο. Πόσα δήλωσαν πως αγαπούν τους δασκάλους τους και πόσα πως τους μισούν. Πόσοι πολίτες δήλωσαν ευχαριστημένοι από τους υπαλλήλους του δήμου τους (και συγκεκριμένα από ποιους) και πόσοι δήλωσαν δυσαρεστημένοι (και από ποιους)…

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανισότητα, από την ίση αντιμετώπιση άνισων ανθρώπων. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αδικία από το να αμείβεις το ίδιο τον άξιο και τον ανάξιο, τον φιλότιμο και τον αφιλότιμο. Κι όταν κάποτε εγκαταστήσουμε και στην Ελλάδα ένα σύστημα, που θα καταγράφει και θα επιβραβεύει μισθολογικά και βαθμολογικά την προσπάθεια και την αξία, όταν οι ίδιοι αποκτήσουμε κίνητρο να βγάζουμε προς τα έξω τον καλύτερο εαυτό μας, τότε – πολύ σύντομα – η Ελλάδα θα αρχίσει να μοιάζει με τη χώρα που μπορεί να γίνει, τη χώρα που μας αξίζει.

 

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε: Ελευθερία Λάρισας


‹ Επιστροφή



Δράση Θέσεις MediaKit
Συντελεστές Όροι χρήσης & πολιτική απορρήτου © Copyright Δράση 2013