Δράση. Περιβάλλον Παιδεία Πολιτισμός
Δράση
 


Οι θέσεις της Δράσης για τα Εργασιακά Θέματα

Αναρτήθηκε 18-05-2010

Φωτογραφία από την Συνέντευξη Τύπου της Δράσης: Ιωάννης Ληξουριώτης - Κωστής Λυμπουρίδης

Περίληψη

Η σημερινή κατάσταση στα εργασιακά:

  1. Στις ατομικές και συλλογικές εργασιακές σχέσεις επικρατεί πλέον μια ακραία παρεμβατική και προστατευτική αντίληψη, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ακριβώς το αντίθετο από το επιδιωκόμενο: οι εξαιρετικά πολύπλοκες και ανελαστικές ρυθμίσεις αποθαρρύνουν τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας με συνέπεια την αύξηση της ανεργίας, ενώ η κινητικότητα των εργαζομένων, βασικός παράγοντας για την εξέλιξή τους, έχει καταντήσει να θεωρείται ανάθεμα.
     
  2. Η διάρθρωση των συλλογικών εργασιακών σχέσεων, όπου επικρατεί η στρεβλή αντίληψη ότι «όλοι διαπραγματεύονται για όλα και για όλους»,  οδηγεί σε έναν πληθωρισμό συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων που λειτουργούν ισοπεδωτικά, μη αφήνοντας περιθώριο για την ανάπτυξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Έτσι, μεμονωμένοι εργαζόμενοι δεν έχουν τη δυνατότητα να επιδιώξουν περισσότερη εργασία και μεγαλύτερη αμοιβή ή ελαστικές ώρες εργασίας που τους βολεύουν περισσότερο.
     
  3. Το συνδικαλιστικό κίνημα, στρεβλό, διεφθαρμένο, εμφανώς και απροκάλυπτα κομματικά χειραγωγούμενο, έχει αλλοιώσει την έννοια και το σκοπό του δικαιώματος στην απεργία και το έχει μετατρέψει σε ένα «δικαίωμα βιαιοπραγιών» που αποβλέπει περισσότερο στην περιφρούρηση των προνομίων των διοικήσεών του, παρά στη νόμιμη διεκδίκηση των δικαιωμάτων όσων υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.

Η ΔΡΑΣΗ προτείνει:

  1. Ο συνδικαλισμός είναι δικαίωμα, όχι υποχρέωση. Κάθε εργαζόμενος έχει αυτονόητο δικαίωμα να συνδικαλίζεται, κανείς όμως δεν μπορεί να τον υποχρεώνει να συμμετέχει είτε σε συγκεκριμένο σωματείο, είτε σε συγκεκριμένη κινητοποίηση. Το συνδικαλιστικό δικαίωμα δεν είναι ανώτερο από άλλα δικαιώματα, και οπωσδήποτε δεν δικαιολογεί παραβίαση των νόμων ή κατάλυση του Συντάγματος.
     
  2. Το αναφαίρετο δικαίωμα στην απεργία δεν είναι ανώτερο του δικαιώματος στην εργασία. Έτσι, κάθε εργαζόμενος έχει αναφαίρετο δικαίωμα να απεργεί, ουδείς απεργός όμως έχει δικαίωμα να «περιφρουρεί» την απεργία εμποδίζοντας διά της βίας όποιον επιθυμεί να πάει στη δουλειά του. Εξάλλου, το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην απεργία δεν δίνει σε κανέναν απεργό το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τη μονοπωλιακή, με κρατικη βουλα κατά κανόνα, θέση της επιχείρησης όπου εργάζεται, ώστε για την επίτευξη των αιτημάτων της απεργίας του να κρατά όμηρο την κοινωνία: για το λόγο αυτό πρέπει να θεσπιστούν αποτελεσματικοί περιορισμοί στην άσκηση των απεργιών στις επιχειρήσεις και οργανισμούς κοινής ωφελείας.
     
  3. Πραγματικά ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις. Αυτές θα πρέπει να παράγουν αποτελέσματα μόνο για τα μέλη των εργατικών σωματείων και εργοδοτικών οργανώσεων που συμμετέχουν.
     
  4. Προσφυγή στη διαιτησία μόνο κατόπιν συναινέσεως των ενδιαφερομένων μερών και οπωσδήποτε όχι μονομερώς.
     
  5. Οι μορφές ευέλικτης εργασίας και η κινητικότητα των εργαζομένων λειτουργούν επ’ ωφελεία των μισθωτών, και όχι εις βάρος τους, καθώς τους παρέχουν περισσότερες εναλλακτικές δυνατότητες για εύρεση εργασίας και ενισχύουν την αναγκαία κινητικότητα στην αγορά εργασίας.
     
  6. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας πρέπει να απαλλαγεί από την υπερβολική τυπικότητα. Το ισχύον νομικό πλαίσιο για τις απολύσεις είναι ασφυκτικό, καθώς, μη δίνοντας εναλλακτικές λύσεις στους εργοδότες, οδηγεί τις επιχειρήσεις στη χρεοκοπία και τους εργαζομένους στην ανεργία. Η ευκολία με την οποία μια απόλυση χαρακτηρίζεται καταχρηστική και ακυρώνεται, πρέπει να σταματήσει. Τέλος, το δίκαιο για τις ομαδικές απολύσεις πρέπει να προσαρμοσθεί στις επιταγές της κοινοτικής νομοθεσίας, να αυξηθεί το όριο των απολύσεων και να καταργηθεί η διαδικασία τελικής έγκρισης των απολύσεων από τον Υπουργό Εργασίας ή το Νομάρχη.
     

Αναλυτικά:

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ ΘΕΜΑΤΑ


I. ΓΕΝΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

  1. Το ισχύον δίκαιο για τις ατομικές και συλλογικές εργασιακές σχέσεις και οι επικρατούσες σχετικές αντιλήψεις και στερεότυπα διαπνέονται από μία ξεπερασμένη, άγονη, ισοπεδωτική και άκαμπτη προστατευτική αντίληψη, με πλήρη αδιαφορία για τις επιπτώσεις της εφαρμογής των εργατικών ρυθμίσεων στην γενικότερη οικονομία, στην ανταγωνιστικότητα, στην παραγωγικότητα, στο επιχειρησιακό περιβάλλον και απαξιώντας να λάβουν υπόψη την εξέλιξη της τεχνολογίας, των νέων οργανωτικών δομών των επιχειρήσεων και τις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας και οικογένειας.
     
  2. Οι κανόνες του εργατικού δικαίου είναι διάσπαρτοι σε πολυάριθμα νομοθετήματα, με άπειρες ευκαιριακές παρεμβάσεις νεότερων κρατικών νομοθετημάτων, συλλογικών συμβάσεων, διαιτητικών αποφάσεων, κανονισμών εργασίας, οργανισμών επιχειρήσεων, πολλές από τις οποίες τροποποιούν σιωπηρώς προηγούμενες διατάξεις, με αποτέλεσμα την πρόκληση εκτεταμένης σύγχυσης περί ισχύοντος εργατικού δικαίου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ούτε οι εργαζόμενοι ούτε οι εργοδότες να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Οι ίδιες οι επιθεωρήσεις εργασίας ερμηνεύουν και εφαρμόζουν με διαφορετικό τρόπο τις διατάξεις του εργατικού δικαίου, σε σημείο ώστε επιχειρήσεις που διατηρούν περισσότερες εγκαταστάσεις και έχουν δοσοληψίες με περισσότερες της μίας επιθεωρήσεις να θεωρούνται, για την ίδια ενέργεια, παραβάτες για την μία υπηρεσία και νόμιμοι για την άλλη.


II. ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

  1. Γενικές προσεγγίσεις:

    • Ο συνδικαλισμός είναι ελευθερία και όχι υποχρέωση.
      Η Δράση σέβεται το Σύνταγμα και τις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας που κατοχυρώνουν την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και τη συνδικαλιστική ελευθερία που αποτελεί ειδικότερη μορφή της. Την ελευθερία αυτή την κατανοούμε όμως όχι μόνο υπό τη θετική της μορφή, αλλά και υπό την αρνητική της μορφή.
      Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να απαγορεύεται αλλά ούτε και να επιβάλλεται στους εργαζόμενους, άμεσα ή έμμεσα, να συνδικαλίζονται. Ο συνδικαλισμός δεν μπορεί να αποτελεί «υποχρεωτική θεραπεία» ούτε να υποτιμά την ελεύθερη επιλογή των εργαζομένων.
       
    • Το συνδικαλιστικό δικαίωμα δεν είναι «ιερότερο» από τα λοιπά δικαιώματα και ιδίως δεν είναι υπεράνω του νόμου.
      Η Δράση σέβεται τη συνταγματική αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου και για το λόγο αυτό θεωρεί ότι τα συνδικάτα, όπως κάθε άλλη ομάδα συμφερόντων, πρέπει να ελέγχονται για τη νόμιμη και θεμιτή χρήση των σκοπών και της δραστηριότητάς τους και να αντιμετωπίζονται ισότιμα με τις λοιπές ομάδες συμφερόντων που τα ανταγωνίζονται.
      Συνεπώς, τα συνδικάτα και οι εκπρόσωποί τους θα πρέπει να έχουν την ίδια αστική και ποινική ευθύνη που έχει κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο σε μια ευνομούμενη χώρα και δεν είναι δυνατόν να τυγχάνουν ασυλίας και σιωπηρής ανοχής από τις αρχές όσοι στο όνομα του συνδικαλισμού με παράνομες πράξεις προκαλούν βλάβη και ενίοτε αίμα στους ελεύθερους πολίτες και την κοινωνία.
       
    • Ανεξάρτητα από την αναγνώριση της συνδικαλιστικής δράσης, θεωρούμε μύθο το στερεότυπο ότι το επίπεδο της εργατικής τάξης έχει βελτιωθεί αποκλειστικά ή κυρίως λόγω της δραστηριότητας των συνδικάτων και των συλλογικών συμβάσεων,
      Εξάλλου, η πραγματικότητα, στην χώρα μας και αλλού, δεν φαίνεται να στηρίζει το θέσφατο ότι η επίταση της συνδικαλιστικής δράσης βρίσκεται σε μια σχέση ευθέως ανάλογη με την καλυτέρευση των εργασιακών όρων και της αύξησης της απασχόλησης.

    • Τέλος, η Δράση αντιμάχεται κατά τρόπο απόλυτο την κομματικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης και του συνδικαλισμού σε πολιτικούς στόχους και συμφέροντα.
       
  2. Συλλογικές διαπραγματεύσεις, συλλογικές συμβάσεις και διαιτησία

    • Η Δράση τάσσεται υπέρ ενός συστήματος ελεύθερης και ευέλικτης επίλυσης των συλλογικών διαφορών εργασίας, χωρίς την παρέμβαση τρίτων και προεχόντως του Κράτους.
       
    • Η Δράση αναγνωρίζει τις πραγματικά ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών ως μέσο διαμόρφωσης των όρων εργασίας.
       
    • Η Δράση αναγνωρίζει τη δυνατότητα επίλυσης των συλλογικών διαφορών εργασίας με Μεσολάβηση ή Διαιτησία, αρκεί οι διαδικασίες αυτές να είναι απόλυτα εκούσιες.
       
    • Με βάση τις παραπάνω θέσεις, η Δράση αξιώνει την αναμόρφωση του Ν. 1876/1990 περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας και περί Ο.ΜΕ.Δ., για τους εξής ειδικότερους λόγους:

      • Ο νόμος αυτός διατηρεί την κρατικίστικη αντίληψη της εξαντλητικής νομοθετικής ρύθμισης κάθε απίθανης λεπτομέρειας της διαδικασίας σύναψης σ.σ.ε. και των διαδικασιών μεσολάβησης και διαιτησίας, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα ασφυκτικό πλαίσιο διατάξεων που εκμηδενίζει τη δυνατότητα λήψης πρωτοβουλιών από το εργατικό και εργοδοτικό μέρος.
         
      • Διαμορφώνει ένα πολυεπίπεδο σύστημα διαπραγματεύσεων διεπόμενο από την αντίληψη «όλοι διαπραγματεύονται για όλα και για όλους» και διατηρεί το παρωχημένο είδος των ομοιοεπαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
         
      • Στο πνεύμα αυτό, τα πεδία συλλογικών διαπραγματεύσεων αλληλεπικαλύπτονται και εισάγεται η αρχή της συρροής συλλογικών συμβάσεων, με αποτέλεσμα να χάνει κάθε σημασία ο ειδικός σκοπός θέσπισης ιδίως των εθνικών γενικών σ.σ.ε., των τοπικών κλαδικών σ.σ.ε. καθώς και των επιχειρησιακών σ.σ.ε. Η ταυτόχρονη κάλυψη των εργασιακών σχέσεων των μισθωτών από περισσότερες της μιας σ.σ.ε. επενεργεί χαοτικά, ενώ αποτελεί τη βάση μιας διελκυστίνδας άναρχης και παράλογης αύξησης των αποδοχών των εργαζομένων, που δεν συμβιβάζεται με τις τοπικές και επιχειρησιακές ιδιομορφίες.
         
      • Διαμορφώνει ένα σύστημα επίλυσης των συλλογικών διαφόρων με την παρέμβαση τρίτων με πλήθος αγκυλώσεων και ιδίως με τη θέσπιση ενός απαράδεκτου συστήματος υποχρεωτικής διαιτησίας που ευθύνεται σοβαρά για τις στρεβλώσεις του σημερινού εργασιακού τοπίου.

III. ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑ

  1. Η Δράση αναγνωρίζει το δικαίωμα της απεργίας υπό την αυτονόητη αναγκαία προϋπόθεση της παράλληλης αναγνώρισης της ελευθερίας της εργασίας και της ελευθερίας του επιχειρείν.
     
  2. Ανεξάρτητα από την αναγνώριση του δικαιώματος της απεργίας, η Δράση θεωρεί ότι η ρουτίνα των απεργιακών κινητοποιήσεων μειώνει την παραγωγικότητα και το γενικό επίπεδο των πραγματικών μισθών, με μακροπρόθεσμη βλάβη τόσο των ίδιων των εργαζομένων όσο και των επιχειρήσεων και γενικά της οικονομίας.
     
  3. Η αναγνώριση του δικαιώματος της απεργίας δεν σημαίνει ότι τα συνδικάτα μπορούν να μετέρχονται κάθε μέσου για την επιτυχία της απεργιακής κινητοποίησής τους.
    Για το λόγο αυτό θεωρούμε απαράδεκτη την παρά το νόμο πρακτική ορισμένων συνδικαλιστικών ομάδων (π.χ. ΠΑΜΕ) να χρησιμοποιούν βία για την παρεμπόδιση των εργαζομένων να εργαστούν, για τον αποκλεισμό των εισόδων των επιχειρήσεων, για τη διαπόμπευση και εξύβριση όσων θέλουν να μη συμμετάσχουν στην απεργία.
     
  4. Η Δράση θεωρεί ότι θα πρέπει να επανεξεταστούν οι όροι και οι προϋποθέσεις κήρυξης απεργίας στις επιχειρήσεις και οργανισμούς κοινής ωφέλειας, εις τρόπο ώστε οι απεργιακές κινητοποιήσεις στους χώρους αυτούς να μην πλήττουν δυσανάλογα το κοινό συμφέρον και την οικονομία της χώρας μας.
    Είναι ακατανόητο να λαμβάνονται αποφάσεις για απεργιακές κινητοποιήσεις  και να στερείται το κοινωνικό σύνολο από βιοτικές του ανάγκες, με ευκαιριακές συνδικαλιστικές πλειοψηφίες που ουσιαστικά αποτελούν ελάχιστη μειοψηφία των εργαζομένων του κλάδου, του επαγγέλματος ή της επιχείρησης.

IV. ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
 

  1. Γενικές θέσεις
    Μολονότι ένα μεγάλο μέρος των όρων εργασίας ρυθμίζονται πλέον με Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Κράτος αγκομαχά να τις ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο και όταν, πάντοτε καθυστερημένα, εκδίδει τα σχετικά προεδρικά διατάγματα, ανεπιτυχώς προσπαθεί να συμβιβάσει τις κοινοτικές επιλογές με την «αρχαία σκουριά» της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας, εισάγοντας διατάξεις που συνήθως δεν συμβαδίζουν με το πνεύμα των Οδηγιών ή διατηρώντας διατάξεις που βρίσκονται σε σαφή αντίθεση προς την κοινοτική νομοθεσία (π.χ. νομοθεσία για ομαδικές απολύσεις).
     
  2. Συμβάσεις ευέλικτης απασχόλησης

    • Η Ελλάδα έχει το μικρότερο ποσοστό χρήσης ευέλικτων σχέσεων εργασίας στην Ευρώπη διατηρώντας ταυτόχρονα τις δυσμενέστερες επιδόσεις στην αντιμετώπιση του προβλήματος της απασχόλησης.
       
    • Συνεπώς η Δράση θεωρεί μύθο το στερεότυπο ότι η ευελιξία στην αγορά εργασίας λειτουργεί αντίθετα προς τα συμφέροντα των εργαζομένων και ζητά τη θέσπιση του απαραίτητου νομοθετικού πλαισίου που θα ευνοεί την προσφυγή σε:

      • συμβάσεις εργασίας που θα συμβιβάζονται με την αρχή της κινητικότητας των εργαζομένων, εντός και εκτός της επιχείρησης, όπως αλλαγή εργασιακής θέσης και αντικειμένου απασχόλησης, ανανέωση δεξιοτήτων και αλλαγή επαγγελματικού προσανατολισμού, ρυθμίσεις που θα ενισχύονται από επιχειρησιακές και κρατικές πολιτικές κατάρτισης και επιμόρφωσης (διά βίου μάθηση),
         
      • συμβάσεις ημι-εξαρτημένων σχέσεων απασχόλησης και ημι-αυταπασχόλησης, με ευέλικτους όρους αμοιβής και εργασίας, όπως συμβάσεις εξ αποστάσεως παροχής εργασίας και ιδίως τηλεργασίας με ελεύθερα συμφωνημένα ωράρια κ.ο.κ.
         
      • συμβάσεις συμφωνημένης εναλλασσόμενης μερικής και πλήρους απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας,
         
      • συμβάσεις καθορισμένου χρόνου με μειωμένες αποδοχές για την είσοδο νέων στην αγορά εργασίας, συμβάσεις άμισθης ή με μειωμένες αποδοχές μαθητείας και απόκτησης εμπειρίας με την κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών των μαθητευομένων από τον ΟΑΕΔ κ.ο.κ.
         
  3. Ευέλικτα ωράρια

    • Η Δράση θεωρεί ότι η ισχύουσα νομοθεσία για το χρόνο εργασίας δεν συμπορεύεται με τις νέες παραγωγικές και οργανωτικές συνθήκες που δημιούργησαν οι νέες τεχνολογίες και οι αμέτρητες «λειτουργικότητες» που προσφέρονται από την ανάπτυξη της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών.
       
    • Επίσης, η ισχύουσα περί χρόνου εργασία νομοθεσία δεν συμβιβάζεται με τις παραγωγικές, εποχιακές και άλλες εξειδικευμένες ανάγκες της επιχείρησης, ούτε καλύπτει τις οικογενειακές υποχρεώσεις και την πολυπλοκότητα της σύγχρονης κοινωνικής ζωής των εργαζομένων. Με λίγα λόγια πρόκειται για μια νομοθεσία ιδιαίτερα αναχρονιστική και άκαμπτη, που στέκει εμπόδιο στη δομική ανασυγκρότηση των επιχειρήσεων και υπονομεύει την προσπάθεια συμφιλίωσης οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής των εργαζομένων.
       
    • Ειδικά, ο θεσμός της «διευθέτησης του χρόνου εργασίας», που ισχύει εδώ και δεκαετίες στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μολονότι τυπικά έχει νομοθετηθεί και στη χώρα μας, υπονομεύεται αφενός από τις άκαμπτες σχετικές νομοθετικές προβλέψεις και αφετέρου από τη στείρα άρνηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
       
  4. Ατομικές απολύσεις
    • Κατά το ισχύον δίκαιο η υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης των απολυομένων μισθωτών υφίσταται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας και τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους του απολυόμενου εργαζόμενου και ανεξαρτήτως οποιασδήποτε ειδικής συνθήκης και οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης.
       
    • Επίσης, η αποζημίωση απόλυση των υπαλλήλων είναι ιδιαίτερα υψηλή και ανέρχεται σε ποσό που σε δεν συναντάται σε καμία άλλη χώρα, εις τρόπο ώστε να καθίσταται αντικειμενικά ασύμφορη αν όχι αδύνατη η απαλλαγή της επιχείρησης από έναν εργαζόμενο του οποίου η θέση έχει καταργηθεί ή από έναν αδιάφορο εργαζόμενο.
       
    • Η μη τήρηση κάποιας περί την απόλυση τυπικής υποχρέωσης του εργοδότη (π.χ. μη τήρηση έγγραφου τύπου, μη καταβολή ή εκ λάθους καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης, απόλυση εγκύου εργαζομένης που δεν γνωρίζει ο εργοδότης ότι βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης και ενδεχομένως δεν το γνωρίζει ούτε η ίδια) επιφέρει την ακυρότητα αυτής (και εξ αυτού δημιουργείται αξίωση του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας και ενδεχομένως αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης).
       
    • Για τους παραπάνω λόγους η Δράση θεωρεί ότι θα πρέπει η σχετική νομοθεσία να προσαρμοστεί ώστε:

      • Να προσαρμοστούν οι αποζημιώσεις απόλυσης των υπαλλήλων σε όρια που να μην αποτελούν δυσβάστακτο βάρος για την επιχείρηση (υπάρχουν περιπτώσεις που επιχειρήσεις κλείνουν γιατί δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στην υποχρέωση καταβολής των αποζημιώσεων απόλυσης)
         
      • Η μη καταβολή αποζημίωσης απόλυσης ή μη καταβολή του πλήρους ποσού αυτής να αποδεσμευτεί από το χαρακτηρισμό της καταγγελίας της σύμβασης ως άκυρης (εναλλακτικά η μη καταβολή ή η μη πλήρης καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης θα μπορούσε να θεμελιώνει ένα πρόσθετο δικαίωμα του εργαζόμενου για λήψη μια εύλογης πρόσθετης αποζημίωσης).
         
      • Να τεθούν οι αναγκαίες νομοθετικές προβλέψεις ώστε να μην χρησιμοποιείται η ρήτρα κατάχρησης δικαιώματος με τρόπο ώστε να καθίσταται η απόλυση από αναιτιώδης σε αιτιώδη και έτσι να ανατρέπεται το όλο σύστημα του ελληνικού δικαίου της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
         
  5. Ομαδικές απολύσεις
    Η Δράση θεωρεί ότι η ισχύουσα νομοθεσία περί ομαδικών απολύσεων είναι αναχρονιστική, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναποτελεσματική και να οδηγεί στο κλείσιμο των επιχειρήσεων προς βλάβη ιδίως των εργαζομένων. Για το λόγο αυτό ζητάμε:

    • Την προσαρμογή του ποσοστού των ομαδικών απολύσεων στα οριζόμενα στην σχετική κοινοτική Οδηγία (πάνω από 10 απολύσεις σε επιχειρήσεις που απασχολούν 20 έως 100 εργαζόμενους, πάνω από 10% των απασχολουμένων σε επιχειρήσεις που απασχολούν 100 έως 300 εργαζόμενους και πάνω από 30 απολύσεις σε επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 300 εργαζόμενους)
       
    • Την απλοποίηση της διαδικασίας των διαβουλεύσεων με τους εκπροσώπους των εργαζομένων
       
    • Την ολοκληρωτική κατάργηση της διαδικασίας έγκρισης των ομαδικών απολύσεων από τον Υπουργό Εργασίας ή το Νομάρχη, διαδικασία που αντιτίθεται στις προβλέψεις τη κοινοτικής Οδηγίας.
       

V. ΟΙ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΑΤΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟΥ ΝΟΜΟΥ (Ν. 3846/2010 «Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις)

  1. Τη στιγμή που η κυβέρνηση συζητούσε με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ένωση τα μέτρα του Προγράμματος Σταθερότητας, «πέρναγε» στη Βουλή ένα νομοθέτημα εντελώς αντίθετο προς τις υποδείξεις των συνομιλητών της.
     
  2. Οι διατάξεις του ψηφισθέντος νόμου, ρυθμίζουν θέματα που αφορούν σε θεσμούς ευελιξίας ή/και θεσμούς αντιμετώπισης οικονομικών δυσκολιών των επιχειρήσεων (μερική απασχόληση, εκ περιτροπής εργασία, εργαζόμενοι προσωρινής απασχόλησης, διευθέτηση του χρόνου εργασίας, τηλεργασία, διαθεσιμότητα κ.ο.κ.). Δυστυχώς, οι νέες αυτές ρυθμίσεις τείνουν προς τον ακόμη μεγαλύτερο περιορισμό των ψηγμάτων «ευελιξίας» του ελληνικού εργατικού δικαίου.
     
  3. Με τις διατάξεις αυτές, σε αντίθεση με τα κοινοτικώς ισχύοντα, αυστηροποιείται το τεκμήριο υπέρ της πλήρους απασχόλησης, γίνονται αυστηρότεροι ο όροι προσφυγής στην «μερική απασχόληση», στην «προσωρινή απασχόληση», το ίδιο και οι όροι χρήσης του εργοδότη της θέσης σε «διαθεσιμότητα» των μισθωτών, ρυθμίζεται με άκαμπτες διατάξεις η χρήση της «τηλεργασίας» (εδώ συναντάμε και το φαινόμενο να καθίσταται ο εργοδότης dealer των συνδικάτων στη σχέση του με τους τηλεργαζόμενους), ενώ η τέταρτη κατά σειρά ρυθμιστική παρέμβαση στο θεσμό της «διευθέτησης του χρόνου εργασίας» δεν προσθέτει τίποτε το ρηξικέλευθο σε σχέση με τις αναποτελεσματικές προηγηθείσες ρυθμίσεις.


VI.  ΟΙ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Η Δράση θεωρεί ότι τα μέτρα του Προγράμματος Σταθεροποίησης που αφορούν τα εργασιακά θέματα βρίσκονται σε θετική κατεύθυνση, αν και χαρακτηρίζονται από μια αποσπασματικότητα, έναν εμφανή δισταγμό και μια ασάφεια που καθιστούν αβέβαιη την αποτελεσματικότητά τους. Τα μέτρα αυτά είναι:

  1. Συμβάσεις απασχόλησης νέων εργαζομένων και μαθητείας

    • «Συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας νέων ανέργων»:

      • Συμβάσεις εργασίας νέων ανέργων (μέχρι 24 ετών) με συμβάσεις μέχρι 12 μηνών που θα αποσκοπούν στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
         
      • Ο μισθός τους θα είναι στο 80% του κατώτατου βασικού μισθού της ΕΓΣΣΕ.
         
      • Οι ασφαλιστικές εισφορές του στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στους κλάδους σύνταξης, ασθενείας σε είδος και επαγγελματικού κινδύνου θα αποδίδονται από το ΙΚΑ-ΕΤΕΜ.
         
      • Μετά το πέρας της σύμβασης αυτής, μπορούν να συνεχίσουν να απασχολούνται με κανονική σύμβαση εργασίας με δυνατότητα ένταξης της απασχόλησής τους αυτής σε εφαρμοζόμενα προγράμματα του ΟΑΕΔ.
         
    • Ειδικοί όροι απασχόλησης και κατώτατο ημερομίσθιο απασχολούμενων για πρώτη φορά νέων εργαζομένων (μέχρι 25 ετών)
       
    • Ειδικοί όροι απασχόλησης και ασφάλισης συμβάσεων μαθητείας μέχρι ενός έτους
       
  2. Απολύσεις εργαζομένων:

    • Ομαδικές απολύσεις: Αύξηση του ορίου απολύσεων από 2-3% σε 4%
       
    • Παρέμβαση στο ζήτημα του καθορισμού του ύψους και τον τρόπο καταβολής της αποζημίωσης του απολυομένου
       
    • Μέτρα αποτροπής εργαζομένων μεγάλης ηλικίας που βρίσκονται στο στάδιο πριν τη συνταξιοδότησή τους, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ομαδικές απολύσεις ή μεμονωμένες
       
  3. Συμβάσεις ορισμένου χρόνου:
    • Καθορισμός της ανώτατης διάρκειας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
       
    • Αυτό σημαίνει τροποποίηση των διατάξεων του πολύφημου Π.Δ. 81/2003 περί συμβάσεων ορισμένου χρόνου, χωρίς όμως να παρέχεται ένα περίγραμμα των συγκεκριμένων προθέσεων για την τροποποίηση αυτής.
       
  4. Παρεμβάσεις στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και στη διαδικασία της προσφυγής στον Οργανισμό Μεσολάβησης και διαιτησίας
    • Οι όροι των ειδικών Ομοιοεπαγγελματικών – Επιχειρησιακών Συμβάσεων Εργασίας μπορούν να αποκλίνουν έναντι των αντίστοιχων όρων Κλαδικών Συμβάσεων Εργασίας καθώς και των Γενικών Εθνικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και οι όροι των Κλαδικών Συμβάσεων Εργασίας μπορούν να αποκλίνουν έναντι των αντίστοιχων όρων Γενικών Εθνικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας
      (Ασαφής πρόβλεψη)
       
    • Προσαρμόζεται η διαδικασία προσφυγής στον Οργανισμό Μεσολάβησης και διαιτησίας
      (Ασαφής πρόβλεψη)



Δράση Θέσεις MediaKit
Συντελεστές Όροι χρήσης & πολιτική απορρήτου © Copyright Δράση 2013